Σε διαφορετική αποτίμηση του ρόλου των πυραύλων cruise Flamingo προχωρά πλέον η ουκρανική εταιρεία Fire Point, η οποία βρίσκεται πίσω από την ανάπτυξή τους, λέγοντας χαρακτηριστικά πως ήταν «κυρίως πολιτικό μήνυμα».

Η επικεφαλής της εταιρείας, Ιρίνα Τέρεχ, υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα είχε μεγαλύτερη σημασία ως πολιτικό μήνυμα προς τη Ρωσία παρά ως ένα όπλο που θα μπορούσε να αλλάξει καθοριστικά την πορεία του πολέμου.

Όπως φέρεται να δήλωσε, η εταιρεία δεν αντιμετώπισε ποτέ τους Flamingo ως κάποιο υπερόπλο που θα άλλαζε τις ισορροπίες στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με την ίδια, ο βασικός στόχος ήταν να αποδειχθεί ότι η Ουκρανία διαθέτει τη δυνατότητα να πλήξει ρωσικούς στόχους σε σημεία όπου ο αντίπαλος δεν το περιμένει. Παράλληλα, ανέφερε ότι η Fire Point δεν σχεδιάζει την ανάπτυξη επιπλέον πυραύλων cruise.

Η σημερινή αυτή τοποθέτηση διαφέρει από την αρχική παρουσίαση του Flamingo, ο οποίος είχε προβληθεί ως ένας ουκρανικός πύραυλος τύπου Tomahawk, με αναφερόμενη εμβέλεια 3.000 χιλιομέτρων και σημαντικά χαμηλότερο κόστος από το αμερικανικό αντίστοιχο. Οι αρχικές ανακοινώσεις έκαναν μιλούσαν για αύξηση της παραγωγής σε αρκετούς πυραύλους ημερησίως, ενώ ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε χαρακτηρίσει το σύστημα ένα από τα πιο επιτυχημένα όπλα της Ουκρανίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, ρωσικές ανακοινώσεις του υπουργείου Άμυνας υποστηρίζουν ότι σχεδόν όλοι οι πύραυλοι Flamingo που εκτοξεύθηκαν αναχαιτίστηκαν. Το κόστος κάθε πυραύλου εκτιμάται περίπου στις 600.000 ευρώ, γεγονός που θέτει ερωτήματα για τη σχέση κόστους και επιχειρησιακού αποτελέσματος.

Τα βαλλιστικά όπλα και το πρόγραμμα «Freya»

Αντίστοιχα ζητήματα κόστους και επιχειρησιακής χρησιμότητας προκύπτουν και για τους βαλλιστικούς πυραύλους της Fire Point. Ο επικεφαλής σχεδιαστής της εταιρείας, Ντένις Στίλερμαν, υποστήριξε ότι η Fire Point έχει ήδη αναπτύξει βαλλιστικούς πυραύλους με εμβέλεια 300 χιλιομέτρων, αλλά δεν προχωρά στη χρήση τους λόγω του υψηλού κόστους.

Σύμφωνα με τον ίδιο, κάθε πύραυλος κοστίζει περίπου 600.000 δολάρια, ενώ ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος αξίας 40.000 έως 50.000 δολαρίων μπορεί να μεταφέρει κεφαλή βάρους 200 κιλών σε μεγαλύτερη απόσταση. Με βάση αυτή τη σύγκριση, η εταιρεία φέρεται να διατηρεί τους πυραύλους σε αποθήκη, με προοπτική να αξιοποιηθούν στο μελλοντικό πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας «Freya», το οποίο αναπτύσσεται σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς εταίρους.

Οι νέες δηλώσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Fire Point βρίσκεται υπό έλεγχο για ζητήματα που αφορούν τις οικονομικές της δραστηριότητες και τις συμβάσεις της με το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας.

Το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας (NABU) έχει ερευνήσει καταγγελίες για υπερτιμολογημένα εξαρτήματα και για πιθανή υπερεκτίμηση του αριθμού των μη επανδρωμένων αεροσκαφών που παραδόθηκαν στο υπουργείο Άμυνας.

Στο πλαίσιο των ερευνών εξετάστηκαν επίσης οι σχέσεις της εταιρείας με τον Τιμούρ Μίντιτς, συνιδρυτή του τηλεοπτικού και ψυχαγωγικού στούντιο Kvartal 95, με το οποίο συνδέεται πολιτικά ο Ζελένσκι. Σε ηχογραφήσεις που φέρεται να διέρρευσαν από την έρευνα, ο Μίντιτς εμφανίζεται να συζητά τη χρηματοδότηση της Fire Point με τον τότε υπουργό Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ.

Ο Μίντιτς φέρεται να εγκατέλειψε την Ουκρανία με προορισμό το Ισραήλ τον Νοέμβριο του 2025, λίγο πριν του απαγγελθούν κατηγορίες, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Τόσο ο ίδιος όσο και η Fire Point αρνούνται ότι υπάρχει σύνδεση με τις καταγγελίες.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ