Μήνυμα προς την Τουρκία έστειλε ο Κ.Μητσοτάκης, θέτοντας ως προϋπόθεση για την ευρωπαϊκή της πορεία την οικοδόμηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα.

Ο πρωθυπουργός υποδέχθηκε στις 18:00 στο Μέγαρο Μαξίμου τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, με τη συνάντηση των δύο ηγετών να εντάσσεται στον κύκλο επαφών κορυφής για τον συντονισμό των κρατών-μελών και την προώθηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βέβαια ο Α.Κόστα δεν έδειξε να στέλνει και αυτός ένα αντίστοιχο μήνυμα στήριξης της Ελλάδας και κατά της Τουρκίας.

Η κατ’ ιδίαν συνάντηση διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα. Στο επίκεντρο βρέθηκε, μεταξύ άλλων, η διαπραγμάτευση για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει συμφωνία έως το τέλος του έτους, ενώ αναφέρθηκε και στη διεθνή συγκυρία, την οποία χαρακτήρισε περίπλοκη και ρευστή.

Όπως σημείωσε, οι εξελίξεις δημιουργούν κρίσιμες προκλήσεις για την Ευρώπη και θέτουν ενώπιον των κρατών-μελών σημαντικές αποφάσεις για τη μελλοντική πορεία της Ένωσης.

Το μήνυμα Μητσοτάκη για την Τουρκία

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρωθυπουργός στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, στέλνοντας παράλληλα σαφές μήνυμα στην Άγκυρα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ελληνική αμυντική πολιτική.

«Θέλουμε να ενισχύσουμε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, αλλα αυτή θα πρέπει να συμβαδίζει με την οικοδόμηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα. Η πατρίδα μου είναι ειρηνική χώρα, που δεν συνιστά απειλή για κανέναν. Δεν θα δεχθεί υποδείξεις από κανέναν για το πώς ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση» διαμήνυσε ο πρωθυπουργός.

Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις ελληνικές θέσεις για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας ότι στόχος είναι μια Ευρώπη «πιο ισχυρή, πιο ανταγωνιστική, πιο ασφαλής».

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προετοιμασία της Ελλάδας για την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της ΕΕ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Η συνάντηση με τον Αντόνιο Κόστα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις τόσο για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό όσο και για την ενίσχυση της ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητάς της.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ