Σε μία από τις πιο δύσκολες θέσεις από την έναρξη του πολέμου βρίσκεται η Σαουδική Αραβία, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν επεκτείνει σταδιακά τις συνέπειές της στην περιοχή και μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές σύμφωνα με εκτενή ανάλυση των New York Times.

Ο λόγος; Oι επιθέσεις που συνδέονται με την Τεχεράνη αυξάνονται, οι Χούθι εντείνουν την πίεση στα σύνορα και τις κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές, ενώ η Ουάσιγκτον δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να ανοίξει νέο στρατιωτικό μέτωπο.

Το Ριάντ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπο με ένα δύσκολο δίλημμα.

Από τη μία πλευρά, πρέπει να προστατεύσει τις ενεργειακές υποδομές και τις εξαγωγές πετρελαίου του, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομίας του.

Από την άλλη, μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με τους Χούθι θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα, παρατεταμένη εμπλοκή, όπως συνέβη και στο παρελθόν.

Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, η Σαουδική Αραβία αντιμετώπισε επιθέσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Στα τέλη Αυγούστου, σαουδαραβικό πετρελαιοφόρο δέχθηκε πυρά στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους δύο ναυτικοί.

Παράλληλα, οι Χούθι ανακοίνωσαν αποκλεισμό των σαουδαραβικών μεταφορών πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και ενίσχυσαν την παρουσία τους σε περιοχή κοντά σε κρίσιμη θαλάσσια οδό για το παγκόσμιο εμπόριο.

Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στις ενεργειακές υποδομές της χώρας έγινε ακόμη πιο δύσκολη.

Οι σαουδαραβικές Αρχές ανακοίνωσαν ότι τέθηκε εκτός λειτουργίας ένας σημαντικός πετρελαιαγωγός, τον οποίο το Ριάντ χρησιμοποιούσε ως εναλλακτική διαδρομή για τη μεταφορά πετρελαίου προς την Ερυθρά Θάλασσα, ιδιαίτερα μετά τους περιορισμούς στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.

  • Η άρνηση Τραμπ και το αδιέξοδο του Ριάντ

Η εξέλιξη που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στη Σαουδική Αραβία είναι η στάση του Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους που επικαλούνται οι New York Times, ο πρίγκιπας διάδοχος Mohammed bin Salman ζήτησε από τον Αμερικανό πρόεδρο να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι, όμως ο Τραμπ αρνήθηκε.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για το Ριάντ, καθώς η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια στη στρατηγική σχέση ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως σημειώνει ο Michael Ratney -πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία- ακριβώς για μία τέτοια κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει οικοδομηθεί η συγκεκριμένη σχέση.

Η αμερικανική στάση αφήνει το βασίλειο σε δύσκολη θέση, καθώς Σαουδάραβες αξιωματούχοι και σχολιαστές έχουν καταστήσει σαφές ότι το Ριάντ δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει μόνο του τους Χούθι.

Η προηγούμενη εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη εξελίχθηκε σε πολυετή στρατιωτική εμπλοκή, χωρίς να επιτευχθεί οριστική λύση.

  • Η πίεση από τους Χούθι και η επιλογή της διπλωματίας

Την ίδια ώρα, οι προσπάθειες της Σαουδικής Αραβίας να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα.

Μάλιστα, συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας και άλλων χωρών του Κόλπου, η οποία είχε προγραμματιστεί για τη Δευτέρα, αναβλήθηκε την τελευταία στιγμή λόγω των σημαντικών διαφορών μεταξύ των πλευρών.

Αναλυτές εκτιμούν ότι το Ριάντ είναι πιθανό να στραφεί ακόμη περισσότερο στη διπλωματία, αναζητώντας τρόπους αποκλιμάκωσης.

Η Barbara Leaf -πρώην επικεφαλής του γραφείου Μέσης Ανατολής του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών- σημειώνει ότι παρά τις πολυετείς στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι, δεν έχει βρεθεί στρατιωτική λύση για την αντιμετώπισή τους.

Μία ακόμα επιλογή θα ήταν η συνεργασία με τις γειτονικές χώρες και το ίδιο το Ιράν για τη διαμόρφωση ενός συμβιβασμού που θα μπορούσε να συμβάλει στον τερματισμό της σύγκρουσης.

Το Ριάντ θα μπορούσε επίσης να αναζητήσει εκ νέου τη συνδρομή της Κίνας, η οποία το 2023 είχε διαδραματίσει ρόλο στην προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Ιράν.

Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών έκτοτε καταδεικνύει τα όρια εκείνης της συμφωνίας.

Για τη Σαουδική Αραβία, το πρόβλημα πλέον είναι ότι η σύγκρουση πλησιάζει όλο και περισσότερο στις δικές της υποδομές, τα σύνορα και τις πετρελαϊκές εξαγωγές της, την ώρα που η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή που θα περίμενε το Ριάντ δεν φαίνεται να αποτελεί άμεση επιλογή.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ