Στον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν τέθηκε προχθές Πέμπτη από δημοσιογράφο μια ευθύβολη ερώτηση: “Δουλεύουν οι αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη;”. Η απάντηση ήταν αφοπλιστική στην ειλικρίνειά της: “Εννοείτε αν σταματάνε τους Χούθι; Όχι. Εννοείτε αν θα συνεχιστούν; Ναι”.

 Ο ένοικος του Λευκού Οίκου συμπύκνωσε σε λίγες λέξεις τη συνθετότητα του παιχνιδιού το οποίο εκτυλίσσεται στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και τα όρια της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Όρια τα οποία αρχίζουν και μοιάζουν με αδιέξοδο.

Οι επιθέσεις των ανταρτών Χούθι εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα απειλούν να δημιουργήσουν μια «χαοτική» περίοδο για τους ευρωπαίους κατασκευαστές και λιανοπωλητές, καθώς οι αλυσίδες εφοδιασμού διαταράσσονται, προειδοποιούν οι ειδικοί στα logistics, καθώς αυξάνονται οι χρόνοι ταξιδιού και το κόστος μεταφοράς.

Σχεδόν όλα τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έχουν ανακατευθυνθεί από τη διώρυγα του Σουέζ προς τη μεγαλύτερη διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, αφού οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν μαχητές Χούθι της Υεμένης ενέτειναν τον περασμένο μήνα τις επιθέσεις σε πλοία που διέρχονται από τον Κόλπο του Άντεν και τη νότια Ερυθρά Θάλασσα.

Η μετατόπιση επηρεάζει κυρίως τα δρομολόγια μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, προσθέτοντας έως και δύο εβδομάδες στο κανονικό ταξίδι των 35 ημερών και δημιουργώντας μεγάλα κενά μεταξύ των αφίξεων των πλοίων στα ευρωπαϊκά λιμάνια.

Τα πλήγματα τα οποία εξαπέλυσαν την προηγούμενη Παρασκευή οι αμερικανικές και βρετανικές ένοπλες δυνάμεις εναντίον στόχων των σιιτιών ανταρτών Χούθι συνεχίστηκαν καθ’ όλη την εβδομάδα αυτή, φτάνοντας τους πέντε γύρους επιδρομών μέχρι τη στιγμή που γράφονταν οι γραμμές αυτές.

Όπως συνεχίστηκαν όμως και οι ενέργειες των Υεμενιτών, σε συμπαράσταση προς την πολιορκούμενη Γάζα, εναντίον διερχόμενων πλοίων, τα οποία θεωρούν ότι συνδέονται με το Ισραήλ ή το τροφοδοτούν.

Για την ακρίβεια, οι επιθέσεις διευρύνθηκαν, περιλαμβάνοντας και τον Κόλπο του Άντεν, έξω από τα στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, και στοχοποιώντας και αμερικανικά πολεμικά σκάφη, πέρα από τα λοιπά εμπορικά.

Τελευταίος στόχος το αμερικανικό πλοίο υπό σημαία Νήσων Μάρσαλ και διαχείριση ελληνικής ναυτιλιακής εταιρείας “Chem Ranger”, κοντά στο οποίο εβλήθησαν χθες (χωρίς να προκληθούν ζημιές ή τραυματισμοί) δύο πύραυλοι σε απόσταση 115 ναυτικών μιλίων νοτιοανατολικά του λιμένα του Άντεν.

Για τη θαλάσσια οδό από την οποία διέρχεται το 12% του διεθνούς εμπορίου η κατάσταση γίνεται όλο και πιο κρίσιμη. Την εβδομάδα αυτή έγινε γνωστό ότι τα δεξαμενόπλοια της πετρελαϊκής εταιρείας Shell δεν θα περνούν μέχρι νεωτέρας από την Ερυθρά Θάλασσα, ενώ ήδη οι BP και QatarEnergy, καθώς και ο κολοσσός των θαλάσσιων μεταφορών Maersk, έχουν πάρει παρόμοιες αποφάσεις.

Γεγονός είναι, πάντως, ότι ούτε η Ανσαρουλάχ (όπως αυτοαποκαλείται η οργάνωση που δημοσιογραφικά γνωρίζουμε ως Χούθι), ούτε η λαϊκή της βάση, ούτε οι ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης που έχουν συμμαχήσει μαζί της δείχνουν την παραμικρή διάθεση υποχώρησης.

Και μόνο η γιγαντιαία διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα Σανάα, σε καταγγελία της αγγλοαμερικανικής επιδρομής, το αποτυπώνει αυτό καθαρά.

Άλλωστε η δράση των ΗΠΑ συναντά δύο αμείλικτα όρια: το πρώτο είναι ότι χωρίς χερσαία επέμβαση η Υεμένη δεν μπορεί πραγματικά να ελεγχθεί και το δεύτερο είναι ότι η προφανής ασυμμετρία δυνάμεων λειτουργεί εντέλει εις βάρος του ισχυρότερου.

Τα δαπανηρά αντιπυραυλικά συστήματα του αμερικανικού Ναυτικού μπορούν εύκολα να “κορεσθούν” από σμήνη drones εξαιρετικά χαμηλού κόστους.

Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο πρωθυπουργός του Κατάρ εκτίμησε ότι τα αμερικανικά και βρετανικά στρατιωτικά πλήγματα δεν θα περιορίσουν, χωρίς διπλωματικές προσπάθειες, τις επιθέσεις των Χούθι, οι οποίες ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις και στη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η κατάσταση στη Γάζα, τόνισε, είναι “συνταγή για κλιμάκωση παντού”.

Εάν η διαταραχή διαρκέσει, τα αποθέματα των λιανοπωλητών πιθανόν να εξαντληθούν λόγω των καθυστερήσεων και οι εταιρείες που αποστέλλουν αγαθά αντιμετωπίζουν προσαυξήσεις, καθώς οι ναυτιλιακές εταιρείες προσπαθούν να ανακτήσουν το κόστος των εκτροπών.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ