Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτη, μιλώντας στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, τόνισε ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι «η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί συνέπεια, αφοσίωση, όραμα και υπευθυνότητα».

Αναφερόμενος στην εξωτερική πολιτική, υπογράμμισε ότι «μέσα σε τρία χρόνια έγιναν πράγματα που δεν έγιναν για 50», φέρνοντας ως παραδείγματα τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, τα θαλάσσια πάρκα και τις συμφωνίες με γειτονικές χώρες όπως η Αίγυπτος και η Ιταλία, που –όπως είπε– ενίσχυσαν τη σταθερότητα στην περιοχή.

Για τα ελληνοτουρκικά, σημείωσε ότι η χώρα έχει καταφέρει να διατηρεί «λειτουργική σχέση χωρίς καμία υποχωρητικότητα», με μείωση των παραβιάσεων του εναέριου χώρου και καλύτερη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Λιβύη, τονίζοντας ότι ενώ υπήρχαν προειδοποιήσεις για «άνοιγμα μετώπων», η ελληνική διπλωματία πέτυχε να μην υπάρξει κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου και ταυτόχρονα να ξεκινήσει διαδικασία συζητήσεων οριοθέτησης, δημιουργώντας –όπως είπε– σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον.

Στο πεδίο της ενέργειας και της θαλάσσιας πολιτικής, σημείωσε ότι προχωρούν μεγάλα έργα όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, τα θαλάσσια πάρκα που ενισχύουν την κυριαρχία της χώρας, αλλά και συμφωνίες για εξορύξεις νότια της Κρήτης με διεθνείς ενεργειακούς ομίλους.

«Όλα αυτά έγιναν μέσα σε τρία χρόνια και αποτελούν αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης που δεν δίστασε απέναντι στις αντιδράσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει κανένα τίμημα που δεν είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε για να φέρουμε την Ελλάδα ακόμη πιο μπροστά».

Για την ευρωπαϊκή άμυνα και το πρόγραμμα SAFE, επισήμανε ότι «κανένας δεν μπορεί να συμμετέχει στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα αν δεν σέβεται τις συνθήκες και τα κράτη-μέλη».

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας πορεύεται «χωρίς εκπτώσεις στην κυριαρχία και στα δικαιώματα, με ισχύ, πειθώ και υπευθυνότητα», και κατέληξε:

«Και ρωτώ: ποιος είναι καταλληλότερος να φέρει σε πέρας αυτό το εγχείρημα, με ορίζοντα και την ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. το δεύτερο εξάμηνο του 2027, εκτός από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας;»

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ