Μηδενικά επιτόκια καταθέσεων, υπέρογκες χρεώσεις & αφελληνισμός των τραπεζών: Η κυβέρνηση το ονομάζει «success story»
«Ήρθαν οι ξένοι και επένδυσαν» είπε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης!
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Επικρατείας, Κωστής Χατζηδάκης αντί να παραδεχτεί ότι το ελληνικό δημόσιο και οι φορολογούμενοι πλήρωσαν πάνω από 80 δισεκατομμύρια ευρώ για τη διάσωση και ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος χωρίς κανένα απολύτως όφελος, παρουσιάζει την ιστορία σαν παραμύθι:
«Ήρθαν οι ξένοι και επένδυσαν!».
Αφελληνίστηκαν οι τράπεζες, πέρασαν σε μεγάλα ξένα funds με ευνοϊκούς για αυτά όρους, και τώρα η κυβέρνηση τις παρουσιάζει ως την «επιτυχία» της οικονομικής πολιτικής της.
Η κορυφή του παγόβουνου είναι ο περίφημος αναβαλλόμενος φόρος (Deferred Tax Assets).
Από το 2014, με νόμο του Γκίκα Χαρδούβελη της ΝΔ, οι τράπεζες απέκτησαν τη δυνατότητα να συμψηφίζουν τεράστιες ζημιές (κυρίως από το PSI) με μελλοντικά κέρδη, χωρίς να πληρώνουν ουσιαστικά φόρο εισοδήματος.
Το ποσό ξεπέρασε τα 20 δισ. ευρώ σε ορισμένες εκτιμήσεις, ενώ ακόμα και σήμερα παραμένει σε υψηλά επίπεδα (γύρω στα 12-16 δισ.).
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν πληρώνουν κανονικούς φόρους μέχρι να συγκεντρώσουν σωρευτικά κέρδη της τάξης των 70 δισ. ευρώ – δηλαδή μετά το 2034 ή ακόμα αργότερα.
Οι ίδιοι υπουργοί ισχυρίζονται ψευδώς ότι «εξοφλούν τα οφειλόμενα στο δημόσιο», σαν να επρόκειτο για δάνειο που δόθηκε με καλή πίστη.
Δεν ήταν δάνειο. Ήταν μια γενναιόδωρη φορολογική ασυλία που μετατρέπει δημόσιες απώλειες σε ιδιωτικά υπερκέρδη.
Και ενώ η κυβέρνηση κόπτεται για «δημοσιονομική πειθαρχία», αφήνει αυτό το τεράστιο κενό να συνεχίζει να στερεί έσοδα από το κράτος.
Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους. Από το 2022 έως το 2025, οι συστημικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη άνω των 17 δισ. ευρώ (με εκτιμήσεις για υψηλά νούμερα και το 2025).
Πλήρωσαν όμως ουσιαστικά μηδενικούς φόρους εισοδήματος για το μεγαλύτερο μέρος αυτών, εκτός από περιορισμένα ποσά σε μερίσματα (περίπου 5%).
Την ίδια στιγμή, οι πολίτες και οι επιχειρήσεις πνίγονται από υψηλή φορολογία, ενώ οι τράπεζες χρεώνουν υπέρογκα fees, προμήθειες και επιτόκια δανεισμού και δίνουν σχεδόν μηδενικά επιτόκια στις καταθέσεις.
Κανείς δεν λέει ότι οι τράπεζες πρέπει να χάνουν. Αλλά από «υγιές κέρδος» μέχρι συστηματική «αφαίμαξη» των πολιτών με την ανοχή (ή και την ενεργή στήριξη) της κυβέρνησης, υπάρχει τεράστια απόσταση.
Η ΝΔ επέλεξε να προστατεύσει τα συμφέροντα των μεγάλων μετόχων και των funds, αντί να βάλει όρους: υψηλότερη φορολογία στα υπερκέρδη, καλύτερα επιτόκια για καταθέτες, περιορισμό προμηθειών και πραγματική στήριξη της πραγματικής οικονομίας.
Αυτή η πολιτική δεν είναι «φιλελεύθερη» ούτε «φιλοεπενδυτική». Είναι νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός που ωφελεί λίγους και επιβαρύνει τους πολλούς.
Είναι η ίδια λογική που οδήγησε στη χρεοκοπία του 2010-2015 και τώρα παρουσιάζεται ως « success story».
Οι Έλληνες πληρώνουν ακόμα το τίμημα της διάσωσης των τραπεζών, ενώ βλέπουν τα κέρδη να φεύγουν στο εξωτερικό και το δημόσιο να στερείται πολύτιμους πόρους.
Η κυβέρνηση της ΝΔ οφείλει να εξηγήσει γιατί συνεχίζει να χαρίζει ασυλία σε ένα σύστημα που ήδη έχει στοιχίσει δεκάδες δισεκατομμύρια στον Έλληνα φορολογούμενο. Δ