Α.Βορύλλας (ΝΙΚΗ): «Όσα συμβαίνουν στην Ισπανία με τα σπίτια προειδοποίηση για την Ελλάδα»
Επιδεινώνεται το στεγαστικό: «Οι νέοι μένουν στο πατρικό»

Ο Ανδρέας Βορύλλας Βουλευτής Β2΄ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ εκθέτει το φλέγον για την κοινωνία ζήτημα της στέγασης, με προειδοποιήσεις αλλά και με κατάθεση σχεδίου νόμου για να δοθεί μια καλύτερη ύση.
Η ανάρτησή του είναι μακροσκελής αλλά αποτυπώνει την κατάσταση που επιδεινώνεται και την κοινωνία που στενάζει και σε μερικές περιοχές ήδη σκάει όπως στην Ισπανία.
Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Η Ισπανία φλέγεται από την κοινωνική αγανάκτηση για τη στέγη. Χιλιάδες πολίτες κατακλύζουν τους δρόμους της Μαδρίτης, της Βαρκελώνης και δεκάδων άλλων πόλεων, απαιτώντας το αυτονόητο: τη δυνατότητα να ζουν αξιοπρεπώς σε μια κατοικία που μπορούν να πληρώνουν.
Οι διαδηλώσεις έχουν λάβει διαστάσεις πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης, με καταλήψεις δημόσιων χώρων, αιτήματα γενικής απεργίας και ευθεία αμφισβήτηση μιας στεγαστικής πολιτικής που επί χρόνια αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Στις αρχές Οκτωβρίου, η Μαδρίτη έγινε το επίκεντρο μιας νέας μεγάλης κινητοποίησης. Οι διοργανωτές έκαναν λόγο για περίπου 500.000 διαδηλωτές, ενώ οι αρχές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε περίπου 70.000. Η διαφορά των εκτιμήσεων δεν μεταβάλλει την ουσία: η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, ικανό να συγκλονίσει την ισπανική κοινωνία.
Σύμβολο αυτής της εξέγερσης έγινε η συγκλονιστική υπόθεση της 87χρονης Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ, γνωστής ως ΜαριΚάρμεν. Είχε ζήσει επί περίπου επτά δεκαετίες στο ίδιο σπίτι στη Μαδρίτη. Μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας του ακινήτου, βρέθηκε αντιμέτωπη με απαιτήσεις δραστικής αύξησης του ενοικίου της. Τελικά απομακρύνθηκε από την κατοικία της στις 23 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ηλικιωμένη γυναίκα νοσηλεύθηκε στη συνέχεια και πέθανε στις 7 Οκτωβρίου, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στο σπίτι της, παρά τις προσπάθειες εξεύρεσης λύσης. Ο θάνατός της προκάλεσε νέο κύμα διαδηλώσεων και έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Η ακριβής ιατρική αιτιώδης σχέση ανάμεσα στην έξωση και στον θάνατό της δεν έχει τεκμηριωθεί δικαστικά. Η ανθρώπινη τραγωδία, ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητη. Μια γυναίκα που είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της στην ίδια κατοικία βρέθηκε, στα 87 της χρόνια, αντιμέτωπη με την απώλειά της.
Η υπόθεση αυτή συγκλόνισε την Ισπανία επειδή συμπύκνωσε έναν φόβο που πλέον διαπερνά εκατομμύρια ευρωπαϊκά νοικοκυριά: ότι ακόμη και η μακροχρόνια εργασία, η συνέπεια και μια ολόκληρη ζωή σε μια κατοικία δεν εξασφαλίζουν τη δυνατότητα παραμονής σε αυτήν.
Όσα συμβαίνουν στην Ισπανία αποτελούν σοβαρή προειδοποίηση για την Ελλάδα. Ο κίνδυνος «ισπανοποίησης» της στεγαστικής κρίσης είναι ορατός. Οι κοινωνικές εκρήξεις δεν γεννιούνται ξαφνικά. Προηγούνται χρόνια οικονομικής πίεσης, αίσθησης αδικίας, ανασφάλειας και συσσώρευσης προβλημάτων που η πολιτική εξουσία αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει εγκαίρως.
Η κρίση έχει ευρωπαϊκές διαστάσεις. Στη Γαλλία, η στεγαστική δυσχέρεια συνδέεται με την αύξηση της φτώχειας, τη δυσκολία πρόσβασης στην κοινωνική κατοικία και τις βαθιές ανισότητες μεταξύ των αστικών περιοχών. Η χώρα διαθέτει σημαντικότερο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας από την Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις, μεγάλες λίστες αναμονής και έντονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις για την κατανομή των διαθέσιμων κατοικιών.
Η γαλλική εμπειρία αναδεικνύει και έναν πρόσθετο κίνδυνο: τη χωρική συγκέντρωση της φτώχειας και τον κοινωνικό διαχωρισμό ολόκληρων συνοικιών. Σε ορισμένα προάστια μεγάλων πόλεων, η ανεργία, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, η ελλιπής κοινωνική κινητικότητα και η συγκέντρωση ευάλωτων πληθυσμών, μεταξύ των οποίων και οικογένειες μεταναστευτικής προέλευσης, έχουν δημιουργήσει συνθήκες βαθιάς κοινωνικής απομόνωσης.
Η δημιουργία συνοικιών με χαρακτηριστικά γκετοποίησης αποτελεί αποτυχία της στεγαστικής και κοινωνικής πολιτικής. Η συγκέντρωση μεταναστευτικών πληθυσμών από μόνη της δεν συνιστά κοινωνικό πρόβλημα. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η πολιτεία επιτρέπει να διαμορφώνονται περιοχές αποκλεισμού, χωρίς επαρκή σχολεία, δημόσιες υποδομές, ευκαιρίες εργασίας και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής ένταξης. Η αποτροπή τέτοιων φαινομένων απαιτεί πολιτικές κοινωνικής ανάμειξης, ισόρροπης κατανομής της κατοικίας και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης.
Σε ένα περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας, τέτοιες ανισότητες τροφοδοτούν την πολιτική πόλωση. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε ευρωπαϊκές χώρες συνδέεται με ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων, μεταξύ των οποίων η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, η μετανάστευση, η δυσπιστία προς τους θεσμούς και η αίσθηση εγκατάλειψης ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Στη Γαλλία, η στεγαστική πολιτική έχει ήδη μετατραπεί σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με την Εθνική Συσπείρωση να προτείνει αλλαγές ακόμη και στο θεσμικό πλαίσιο που υποχρεώνει πολλούς δήμους να διαθέτουν συγκεκριμένο ποσοστό κοινωνικών κατοικιών.
Η Ευρώπη οφείλει να αντιληφθεί ότι η παρατεταμένη στεγαστική ανασφάλεια μπορεί να αποδυναμώσει την κοινωνική συνοχή και να ενισχύσει τις ακραίες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η αδυναμία πρόσβασης σε κατοικία γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη όταν συνδυάζεται με την ανεργία, τη φτώχεια, την κοινωνική απομόνωση και την αίσθηση ότι οι δημόσιες πολιτικές ευνοούν συστηματικά τους οικονομικά ισχυρότερους.
Στην Ελλάδα, οι προειδοποιητικές ενδείξεις είναι ήδη έντονες.
Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας αποδυνάμωσε τα εισοδήματα, εξάντλησε τις αποταμιεύσεις και περιόρισε την οικονομική αντοχή χιλιάδων οικογενειών. Οι συνεχείς ανατιμήσεις βασικών αγαθών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική καθημερινότητα.
Ακόμη και στους Δήμους της Δυτικής Αθήνας, (Περιστέρι, Πετρούπολη, Άγιοι Ανάργυροι, Αιγάλεω, Αγία Βαρβάρα, Χαιδάρι, Καματερό , Ήλιον) που είναι παραδοσιακά προσιτοί για τα λαϊκά στρώματα, η ενοικίαση ενός απλού δυαριού αποτελεί πλέον δυσβάστακτη οικονομική υποχρέωση για πολλούς εργαζομένους. Η στεγαστική πίεση έχει επεκταθεί πολύ πέρα από τις ακριβές περιοχές του κέντρου και των βορείων ή νοτίων προαστίων. Αγγίζει τις γειτονιές όπου επί δεκαετίες κατοικούσαν οικογένειες μισθωτών, συνταξιούχων και μικρομεσαίων επαγγελματιών.
Η κοινωνική συνέπεια είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων δυσκολεύεται να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η μέση ηλικία αποχώρησης των νέων από την οικογενειακή κατοικία στην Ελλάδα εκτιμάται στα 30,9 έτη, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 26,3 έτη.
Τριαντάρηδες με πανεπιστημιακά πτυχία, επαγγελματική κατάρτιση και εργασία εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους, επειδή δεν μπορούν να καλύψουν το κόστος μιας ανεξάρτητης κατοικίας. Άλλοι αναγκάζονται να συγκατοικούν, να μετακινούνται σε απομακρυσμένες περιοχές ή να αφιερώνουν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός τους στο ενοίκιο.
Η στεγαστική κρίση υπονομεύει άμεσα τις προϋποθέσεις δημιουργίας οικογένειας. Νέα ζευγάρια αναβάλλουν τον γάμο, τη συμβίωση και την απόκτηση παιδιών, επειδή αδυνατούν να εξασφαλίσουν σταθερή κατοικία και οικονομική ασφάλεια. Η αβεβαιότητα για το επόμενο ενοίκιο, για μια πιθανή μετακόμιση ή για την απώλεια της εργασίας μετατρέπεται σε μόνιμο εμπόδιο στον οικογενειακό προγραμματισμό.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ήδη ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Οι γεννήσεις μειώνονται, ο πληθυσμός γηράσκει και πολλές περιοχές της περιφέρειας ερημώνουν. Η υπογεννητικότητα έχει πολλαπλές αιτίες, αλλά η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία αποτελεί έναν από τους σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις των νέων ζευγαριών.
Μια πολιτεία που δηλώνει ότι επιδιώκει τη δημογραφική ανάκαμψη δεν μπορεί να αγνοεί τις στεγαστικές προϋποθέσεις της οικογενειακής ζωής. Οι οικονομικές ενισχύσεις για τη γέννηση παιδιών είναι χρήσιμες, αλλά δεν επαρκούν όταν ένα ζευγάρι αδυνατεί να εξασφαλίσει ένα σταθερό σπίτι.
Εδώ αναδεικνύονται και τα όρια της επιδοματικής πολιτικής. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει πλευρές της στεγαστικής κρίσης με επιδοτήσεις ενοικίου, οικονομικές ενισχύσεις και προγράμματα πρόσβασης στην ιδιοκτησία. Τα μέτρα αυτά μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση σε συγκεκριμένα νοικοκυριά. Δεν υποκαθιστούν, όμως, μια συνεκτική πολιτική αύξησης της προσφοράς προσιτών κατοικιών. Όταν η διαθέσιμη προσφορά παραμένει περιορισμένη, μέρος της πρόσθετης αγοραστικής δυνατότητας μπορεί να απορροφηθεί από υψηλότερες τιμές και ενοίκια.
Η Ελλάδα χρειάζεται πραγματική στεγαστική πολιτική, με κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, κίνητρα ανακαίνισης και διάθεσης κλειστών κατοικιών, φορολογικά μέτρα υπέρ της μακροχρόνιας μίσθωσης και ουσιαστική στήριξη των νέων οικογενειών.
Η σημερινή κυβέρνηση φέρει σοβαρή πολιτική ευθύνη για την καθυστερημένη και αποσπασματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Επί χρόνια παρακολουθούσε την άνοδο των τιμών και την επέκταση της επενδυτικής αξιοποίησης κατοικιών χωρίς να διαμορφώσει εγκαίρως επαρκείς μηχανισμούς προστασίας της μόνιμης κατοίκησης.
Η Golden Visa, η αυξανόμενη παρουσία επενδυτικών κεφαλαίων, οι αγορές ακινήτων μέσω εταιρικών σχημάτων και η ταχεία επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης άλλαξαν τη φυσιογνωμία ολόκληρων περιοχών. Σε ορισμένες γειτονιές, διαμερίσματα και πολυκατοικίες περνούν σε επενδυτική χρήση ή παραμένουν εκτός της αγοράς μακροχρόνιας κατοικίας. Η ακριβής έκταση των κλειστών ακινήτων που ανήκουν σε ξένους ιδιοκτήτες, τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια ή εταιρείες ειδικού σκοπού χρειάζεται συστηματική καταγραφή και δημόσια διαφάνεια.
Δεν είναι δυνατόν η πολιτεία να γνωρίζει με ακρίβεια πόσες άδειες διαμονής χορηγεί μέσω επενδύσεων και να μη διαθέτει αντίστοιχα ολοκληρωμένη εικόνα για το πόσες κατοικίες παραμένουν κλειστές, πόσες διατίθενται σε μακροχρόνια μίσθωση και πόσες έχουν αποσυρθεί από την πραγματική στεγαστική αγορά.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός θεατής μιας εξέλιξης που διαμορφώνεται και από τις δικές της νομοθετικές επιλογές. Η πολιτική ευθύνη της είναι συγκεκριμένη: να εξασφαλίζει ότι η προσέλκυση επενδύσεων δεν αποβαίνει εις βάρος της δυνατότητας των πολιτών να κατοικούν στον τόπο τους.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη στα νησιά και στους τουριστικούς προορισμούς. Εκπαιδευτικοί, γιατροί, νοσηλευτές, δημόσιοι υπάλληλοι και εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εξεύρεσης κατοικίας. Η τουριστική ζήτηση ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα, αλλά παράλληλα περιορίζει σε ορισμένες περιοχές τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μόνιμη εγκατάσταση.
Το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας και της στεγαστικής προστασίας των μόνιμων κατοίκων τέθηκε και κατά τη συνάντησή μου στην Κέρκυρα με τον Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων, Γιάννη Τρεπεκλή. Η συζήτηση ανέδειξε την ανάγκη ειδικής στεγαστικής πολιτικής για τις νησιωτικές περιοχές, όπου η εποχικότητα του τουρισμού, το αυξημένο κόστος ζωής και η περιορισμένη προσφορά κατοικιών δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες. Η ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, η αξιοποίηση δημόσιων και περιφερειακών ακινήτων και η εξασφάλιση στέγης για εργαζομένους σε κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες.
Η στεγαστική κρίση, όμως, αποκτά ακόμη πιο δραματικές διαστάσεις όταν συνδέεται με την υπερχρέωση και τον κίνδυνο απώλειας της κύριας κατοικίας.»

























































