Σε φυλακές εκτός Κρήτης θα μεταφερθούν ο 54χρονος και η 56χρονη για τη δολοφονία του 21χρονου
Φόβοι για βεντέτα στο νησί - Τι υποστήριξαν στις απολογίες τους
Σε βαρύ κλίμα παραμένει η Κρήτη μετά τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα, υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες για πιθανή βεντέτα ανάμεσα στις εμπλεκόμενες οικογένειες.
Ο 54χρονος δράστης και η 56χρονη σύζυγός του, η οποία κατηγορείται για ηθική αυτουργία, κρίθηκαν προφυλακιστέοι μετά τις απολογίες τους και οδηγούνται στη φυλακή, με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα.
Η διαδικασία των απολογιών πραγματοποιήθηκε υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου, λόγω φόβων για επεισόδια ή πιθανές αντιδράσεις από συγγενείς του θύματος.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, και οι δύο κατηγορούμενοι ουσιαστικά παραδέχθηκαν την εμπλοκή τους στην υπόθεση, επιχειρώντας ωστόσο να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους.
Ο 54χρονος φέρεται να υποστήριξε ότι κινήθηκε από αίσθημα εκδίκησης για τον θάνατο του γιου του το 2023, σε τροχαίο στο οποίο οδηγός ήταν ο 21χρονος Νικήτας. Όπως ανέφερε στην απολογία του, τη στιγμή της πράξης «δεν είχε επίγνωση του εαυτού του», περιγράφοντας ότι βρισκόταν υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση.
Από την πλευρά της, η σύζυγός του κατηγορείται ότι τον προέτρεπε να προχωρήσει σε πράξη αντεκδίκησης, αποδίδοντας την στάση της στον ανείπωτο πόνο για την απώλεια του παιδιού της. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της «δεν ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε» και ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Μετά την απόφαση της προφυλάκισης, οι δύο κατηγορούμενοι αναμένεται να μεταφερθούν σε φυλακές εκτός Κρήτης, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω ένταση και να μειωθεί ο κίνδυνος νέου κύκλου αντεκδίκησης μεταξύ των δύο οικογενειών.
«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής», ήταν οι πρώτες κουβέντες του 54χρονου, σύμφωνα με το cretalive.
«Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί».
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια», συνέχισε.
Ο 54χρονος αναφέρει ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει.
Περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιγράφει ότι βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του. Όπως υποστηρίζει, στον δρόμο προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία.
Ο 54χρονος ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή της εκτέλεσης είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του.
«Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».