Απάτη το δήθεν 25% που θα επέστρεφε στην ελληνική αμυντική βιομηχανία από την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Καμία ελληνική εταιρεία δεν έχει υπογράψει
Το πολυδιαφημισμένο ποσοστό συμμετοχής παραμένει χωρίς καμία θεσμική κατοχύρωση
Πίσω από τις βαρύγδουπες διακηρύξεις περί «εθνικού θόλου» και τις επικοινωνιακές εξαγγελίες περί αναγέννησης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αποκαλύπτεται μια εικόνα κρατικής προχειρότητας, διοικητικής ανεπάρκειας και πολιτικών επιλογών που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για το ποιος τελικά ωφελείται και ποιος πληρώνει το τίμημα.
Η ασφυκτική απαίτηση να κατατεθεί η ισραηλινή προσφορά έως τις 15 Μαΐου, ώστε να εγκριθεί άρον-άρον από το ΚΥΣΕΑ, δημιουργεί την εντύπωση μιας διαδικασίας που δεν υπηρετεί τον στρατηγικό σχεδιασμό αλλά την πολιτική βιασύνη.
Σε λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες είναι πρακτικά αδύνατο να ολοκληρωθούν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, να διαμορφωθούν δεσμευτικά βιομηχανικά συμβόλαια, να κατοχυρωθεί νομικά η ελληνική συμμετοχή και να εξασφαλιστεί πραγματικό εγχώριο παραγωγικό αποτύπωμα. Αυτό δεν είναι σχεδιασμός· είναι διεκπεραίωση.
Το περίφημο «25% συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας» αποδεικνύεται μέχρι στιγμής ένας αριθμός χωρίς θεσμικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχει νομική κατοχύρωση. Δεν υπάρχει μηχανισμός επιβολής. Δεν υπάρχουν ρήτρες συμμόρφωσης.
Δεν υπάρχουν υποχρεωτικές συμβάσεις συμπαραγωγής ως προϋπόθεση της κύριας σύμβασης. Δεν υπάρχει καν σαφής μεθοδολογία για το πώς υπολογίζεται αυτό το ποσοστό. Υπάρχει μόνο ένας αριθμός, επαναλαμβανόμενος δημόσια μέχρι να αποκτήσει τεχνητή υπόσταση.
Και ενώ η πολιτική ηγεσία εμφανίζει την υπόθεση ως εθνικό βιομηχανικό άλμα, η πραγματικότητα δείχνει ότι ούτε χαρτογράφηση ελληνικών δυνατοτήτων έγινε, ούτε συγκεκριμένοι τομείς συμμετοχής καθορίστηκαν, ούτε θεσμική προεργασία καταγράφηκε. Αντί για συγκροτημένο βιομηχανικό σχέδιο, διακρίνεται ένα επικίνδυνο κενό, μέσα στο οποίο στρατηγικές αποφάσεις δισεκατομμυρίων φαίνεται να λαμβάνονται χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για την ελληνική πλευρά.
Το προηγούμενο των SPIKE NLOS ενισχύει ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες.
Δεσμεύσεις ακούστηκαν, αριθμοί ανακοινώθηκαν, αλλά η πραγματική εικόνα για το ποιο έργο ανατέθηκε, σε ποιες ελληνικές εταιρείες, υπό ποιους όρους και με ποιο τελικό όφελος παραμένει θολή.
Και όταν η κύρια σύμβαση έχει ήδη υπογραφεί, η ελληνική πλευρά μετατρέπεται από διαμορφωτή όρων σε παθητικό παρατηρητή εξελίξεων που ελέγχουν άλλοι.
Το σοβαρότερο όλων αφορά τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας: τον επιχειρησιακό έλεγχο.
Εάν το σύστημα διοίκησης και ελέγχου του «θόλου» δεν τεθεί υπό απόλυτη εθνική κυριότητα, με πλήρη πρόσβαση στα κρίσιμα δεδομένα, στον κώδικα διαλειτουργικότητας και στις επιχειρησιακές διεπαφές, τότε η Ελλάδα κινδυνεύει να επενδύσει τεράστιους πόρους σε ένα σύστημα υψηλής εξάρτησης και περιορισμένης εθνικής αυτονομίας.
Η άμυνα μιας χώρας δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε επικοινωνιακές εξαγγελίες, βιαστικές εγκρίσεις και αόριστες δεσμεύσεις.
Χρειάζεται θεσμική θωράκιση, δεσμευτικά συμβόλαια, διαφάνεια και στρατηγική σοβαρότητα. Χωρίς αυτά, ο «θόλος» κινδυνεύει να εξελιχθεί από εθνικό εγχείρημα σε ακόμη μία ακριβοπληρωμένη υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα.