Το Ιράν «άδειασε» το αμερικανικό οπλοστάσιο – Πιέσεις για αύξηση παραγωγής Patriot και THAAD
Μείωση κατά 65%

Το Πεντάγωνο πιέζει την αμερικανική αμυντική βιομηχανία να επιταχύνει την παραγωγή όπλων, προκειμένου να αναπληρώσει τα μειωμένα αποθέματα πυρομαχικών, μεταξύ άλλων και εκείνων που έχουν εξαντληθεί κατά τη διάρκεια του συνεχιζόμενου πολέμου με το Ιράν.
Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Πάρνελ, ανέφερε το Σάββατο (08/08) ότι το υπουργείο επικεντρώνεται ενεργά στην ενίσχυση των προμηθειών πυρομαχικών, ώστε να διαθέσει «τα όπλα που χρειάζονται οι πολεμιστές μας με τον ρυθμό που απαιτεί η απειλή».
Ακόμη, επιβεβαίωσε ότι την τελευταία εβδομάδα κατεβλήθησαν προσπάθειες για σημαντική επιτάχυνση της διαδικασίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για μέρος μίας ευρύτερης προσπάθειας εκσυγχρονισμού, η οποία είχε ξεκινήσει πριν από τη σύγκρουση που διαρκεί ήδη πέντε μήνες.
Την Τετάρτη, ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας, Στιβ Φάινμπεργκ, έστειλε επιστολή προς τους επικεφαλής της αμυντικής βιομηχανίας, δίνοντας περιθώριο 21 ημερών για να υποβάλλουν σχέδια με στόχο «σημαντικά ταχύτερα και πιο επιθετικά χρονοδιαγράμματα παράδοσης ή / και αυξημένη παραγωγή κρίσιμων δυνατοτήτων», σύμφωνα με υπόμνημα που περιήλθε στην κατοχή της Washington Post.
«Κύκλοι ανάπτυξης που διαρκούν χρόνια, δεν είναι αποδεκτοί. Πρέπει να επιταχύνουμε δραστικά τα χρονοδιαγράμματα των προγραμμάτων μας και να επεκτείνουμε άμεσα την παραγωγική μας ικανότητα», έγραψε ο Φάινμπεργκ.
Το υπόμνημα έρχεται την ώρα που οι πρόσφατες συγκρούσεις με το Ιράν εξάντλησαν περαιτέρω τα ήδη μειωμένα αποθέματα προηγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων του αμερικανικού στρατού, αυξάνοντας ενδεχομένως τον κίνδυνο για τα αμερικανικά στρατεύματα σε περίπτωση επανέναρξης των εχθροπραξιών, σύμφωνα με αναλύσεις.
Η συρρίκνωση των αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot και THAAD ενδέχεται να αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους στη Μέση Ανατολή να αναλάβουν μεγαλύτερα ρίσκα για να διατηρήσουν τις συγκεκριμένες αντιαεροπορικές άμυνες, σύμφωνα με την ανάλυση του Center for Strategic and International Studies, ενός think tank με έδρα την Ουάσινγκτον.
Για παράδειγμα, οι αμερικανικές δυνάμεις ενδέχεται να εκτοξεύουν λιγότερους πυραύλους εναντίον ιρανικών drones και πυραύλων που εισέρχονται στην περιοχή, αυξάνοντας την πιθανότητα κάποιοι από αυτούς να διαπεράσουν την άμυνα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αντιδράσει τις τελευταίες ημέρες στις δημόσιες αναφορές για έλλειψη πυρομαχικών. Την Πέμπτη, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν «τεράστιες ποσότητες», υπογραμμίζοντας ότι «μεγάλες ποσότητες κατασκευάζονται και αποστέλλονται στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν χρειάζεται».
Το Σάββατο, ο Πάρνελ επιβεβαίωσε ότι το υπόμνημα του Φάινμπεργκ για την ταχεία αύξηση της παραγωγής όπλων είναι «πραγματικό», προσθέτοντας ότι «θα αποτελέσει μέρος του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2028 που θα υποβληθεί στο Κογκρέσο προς χρηματοδότηση και είναι απολύτως συμβατό με τη συνεχιζόμενη προσπάθεια να ανασυγκροτήσουμε την αμυντική βιομηχανική βάση».
Νομοσχέδιο για τις αμυντικές δαπάνες παραμένει αυτήν τη στιγμή σε εκκρεμότητα στο Κογκρέσο, καθώς οι βουλευτές εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια για τη στρατιωτική δράση του Τραμπ κατά του Ιράν και αντιστέκονται στο αίτημα του Λευκού Οίκου για σημαντική αύξηση των δαπανών του Πενταγώνου, στα 1,5 τρισ. δολάρια, από περίπου 900 δισ. δολάρια πέρυσι.
Ο αριθμός των αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot μειώθηκε από 2.330 πριν από τον πόλεμο σε 1.030 όταν τέθηκε σε ισχύ η εκεχειρία του Απριλίου, σύμφωνα με εκτίμηση του CSIS τον περασμένο μήνα. Μετά τις πρόσφατες συγκρούσεις, τα αποθέματα εκτιμάται πλέον ότι κυμαίνονται μεταξύ 759 και 827 πυραύλων, καταγράφοντας μείωση τουλάχιστον 65% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Ο αριθμός των αναχαιτιστικών πυραύλων THAAD μειώθηκε από 452 πριν από τον πόλεμο σε 232 έως 262 κατά την έναρξη της εκεχειρίας του Απριλίου, σύμφωνα με το CSIS. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να αναπληρώσουν μέρος των αποθεμάτων, τα οποία αυξήθηκαν σε 234 έως 278 αναχαιτιστές. Ωστόσο, το συνολικό απόθεμα παραμένει τουλάχιστον 38% χαμηλότερο από ό,τι ήταν πριν από τη σύγκρουση.

























































