Ν.Τραμπ: «Το Ιράν βρίσκεται σε “κατάσταση κατάρρευσης” – Θέλουν να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ»! (upd)
«Προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση στην ηγεσία τους»
(Ανανέωση από αρχικό κείμενο 16:43) Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, μέσω ανάρτησής του δήλωσε πως το Ιράν ενημέρωσε τις ΗΠΑ ότι βρίσκεται σε «κατάσταση κατάρρευσης» και θέλουν να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ.
Αναλυτικά η ανάρτηση του Ν.Τραμπ στο Truth Social
«Το Ιράν μόλις μας ενημέρωσε ότι βρίσκεται σε «κατάσταση κατάρρευσης». Θέλουν να «ανοίξουμε το Στενό του Ορμούζ» το συντομότερο δυνατό, καθώς προσπαθούν να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση στην ηγεσία τους (πράγμα που πιστεύω ότι θα καταφέρουν!). Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας στο θέμα αυτό! Πρόεδρος ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖ. ΤΡΑΜΠ».
Σύμφωνα με συνεργάτες του, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο επιλογές: την κλιμάκωση με στρατιωτικά πλήγματα ή τη συνέχιση της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» μέσω κυρώσεων, με στόχο να οδηγηθεί το Ιράν σε διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Όπως αναφέρει το Axios, ο Ν.Τραμπ φέρεται να έχει δηλώσει σε συνομιλητές του ότι «μόνο η ισχύς γίνεται κατανοητή», ενώ οι ίδιοι κύκλοι τον περιγράφουν ως απογοητευμένο αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστή, που δεν επιδιώκει στρατιωτική σύγκρουση, χωρίς όμως να αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό του περιβάλλοντός του καταγράφονται διαφορετικές εισηγήσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης των οικονομικών πιέσεων, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν περιθώρια για ακόμη πιο αυστηρές κυρώσεις. Αντίθετα, πιο «σκληρές» φωνές, όπως ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, προτρέπουν σε άμεση στρατιωτική δράση, θεωρώντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αρθεί το αδιέξοδο.
Στο μεταξύ, η Τεχεράνη πρότεινε την επαναλειτουργία των Στενά του Ορμούζ, ζητώντας ως αντάλλαγμα την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού στα λιμάνια της. Ωστόσο, η πρόταση αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από την Ουάσινγκτον, καθώς δεν αγγίζει το βασικό ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος.
Η συνεχιζόμενη κρίση επηρεάζει ήδη τις διεθνείς αγορές ενέργειας, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και εντείνοντας τους φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση.