Η αλήθεια για το «μειωμένο» χρέος της Ελλάδας: Το λογιστικό τέχνασμα με τον πληθωρισμό & τα φορολογικά βάρη στους πολίτες
Η κυβέρνηση απλώς άλλαξε τους τρόπους με τους οποίους μεταφέρει την πίεση στους πολίτες
Όταν το χρεος μίας χώρας μειώνεται, δεν σημαίνει ότι η καθημερινότητα των πολιτών της γίνεται καλύτερη ή ότι θα αυξηθεί η ευμερία τους καθώς η πίεση μεταφέρεται αλλού: Στις τιμές, στους φόρους και στις δημόσιες δαπάνες που μένουν χαμηλά.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μείωση του δημόσιου χρέους ως μεγάλη εθνική επιτυχία αλλά στην πραγματικότητα η βελτίωση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην άνοδο των τιμών (πληθωρισμός) και όχι σε ουσιαστική αύξηση της πραγματικής παραγωγής ή του πραγματικού ΑΕΠ.
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εμφανίζεται να μειώθηκε δραστικά:
2019: ~184%
2020 (κορύφωση πανδημίας): ~210%
2021: ~198%
2022: ~179%
2023: ~165%
2024: ~154%
2025: ~146%
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει αυτή την πτώση ως απόδειξη ότι «βγήκαμε από τα μνημόνια» και ότι η οικονομία είναι σε «σταθερή τροχιά».
Όμως, η μείωση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πρωτογενών πλεονασμάτων ή πραγματικής ανάπτυξης.
Σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο «φούσκωμα» του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού.
Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε το 2022 σε 9,3% (HICP), με κορυφές πολύ υψηλότερες σε τρόφιμα και ενέργεια. Στη συνέχεια υποχώρησε, αλλά παρέμεινε σε επίπεδα που επιβαρύνουν νοικοκυριά:
2023: ~4,2%
2024: ~3,0%
2025: ~2,9%
Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται ακόμα κι αν η πραγματική ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών δεν μεγαλώνει ανάλογα.
Έτσι ο παρονομαστής (ΑΕΠ) «φουσκώνει» και ο λόγος χρέους/ΑΕΠ πέφτει «από μόνος του».
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε μεν (2022: ~5,7%, 2023-2025: ~2,1-2,3% ετησίως), αλλά πολύ λιγότερο από το ονομαστικό σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού.
Η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει μόνο τον «καλό» δείκτη, κρύβοντας ότι η «επιτυχία» βασίζεται εν μέρει σε ακριβότερη καθημερινότητα για τους πολίτες.
Η Ελλάδα καταγράφει ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια (2023: ~2,1%, 2024: έως 4,8% του ΑΕΠ).
Αντί όμως αυτά τα πλεονάσματα να επιστρέψουν στην κοινωνία (αυξήσεις μισθών, ενίσχυση υγείας/παιδείας, μείωση φόρων κατανάλωσης), συσσωρεύονται σε μεγάλο βαθμό σε ταμειακά αποθέματα (πάνω από 38-40 δισ. ευρώ).
Η κυβέρνηση προτιμά να «μαζεύει» χρήματα παρά να ελαφρύνει ουσιαστικά τα νοικοκυριά που βλέπουν τις τιμές στα ράφια να έχουν εκτοξευτεί από το 2022 και μετά.
Οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις συχνά υπολείπονται του σωρευτικού πληθωρισμού, ενώ ο ΦΠΑ και άλλοι έμμεσοι φόροι «τρώνε» περισσότερο λόγω των αυξημένων τιμών.
Η κυβέρνηση μιλά για «ανάκαμψη» και «επιστροφή στην κανονικότητα», αλλά:
•Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό (τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια).
•Η αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών έχει συμπιεστεί.
•Τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν μεταφράζονται σε ουσιαστική ανακούφιση, αλλά σε «μαξιλάρι» για την κυβέρνηση και τους δανειστές.
•Ο πληθωρισμός λειτουργεί ως έμμεσος φόρος που πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Η αφήγηση περί «μειωμένου χρέους» είναι βολική για την κυβέρνηση, γιατί κρύβει την αποτυχία να παραδώσει πραγματική βελτίωση στην καθημερινότητα.
Αντί να επενδύσει τα πλεονάσματα σε κοινωνική πολιτική, προτιμά να παρουσιάζει λογιστικές βελτιώσεις ως εθνικές νίκες.
Η πτώση του χρέους/ΑΕΠ από τα επίπεδα του 2020 είναι θεωρητικά μία θετική εξέλιξη. Όμως όταν αυτή η πτώση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον πληθωρισμό και όχι σε ισχυρή πραγματική ανάπτυξη, τότε η «επιτυχία» είναι εύθραυστη και άδικη.
Η κυβέρνηση μεταφέρει το βάρος στους πολίτες μέσω ακριβότερων τιμών, ενώ πανηγυρίζει για δείκτες που δεν αντανακλούν την τσέπη και την καθημερινότητα των Ελλήνων.
Όταν ο δείκτης βελτιώνεται, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ζωή γίνεται καλύτερη. Μερικές φορές απλώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση κρύβει ή μεταφέρει την πίεση.