Φονική καραμπόλα στην Εγνατία: Ένοχος ο Βούλγαρος οδηγός – Η ποινή που του επιβλήθηκε
Γιατί δεν καταδικάστηκε για επικίνδυνη οδήγηση
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης έκρινε ένοχο τον Βούλγαρο οδηγό που τον Αύγουστο του 2025 ενεπλάκη στη φονική καραμπόλα στα διόδια του Ιάσμου στην Εγνατία από την οποία έχασαν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι και τραυματίστηκαν ακόμη τέσσερις.
Το δικαστήριο, μετά από πολύωρη και εξαντλητική διαδικασία, τον έκρινε ένοχο, με την αναγνώριση ελαφρυντικών, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, καθώς και για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης τριών ετών για κάθε ανθρωποκτονία και συνολική ποινή φυλάκισης έξι ετών και έντεκα μηνών.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε εκ νέου στη φυλακή, καθώς το δικαστήριο δεν χορήγησε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση που άσκησε.
Γιατί δεν καταδικάστηκε για επικίνδυνη οδήγηση
Η υπόθεση είχε προκαλέσει έντονη κοινωνική και δικαστική συζήτηση, καθώς αρχικά ο οδηγός αντιμετώπιζε και την ιδιαίτερα βαριά κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης, η οποία, όταν έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων του ενός ανθρώπων, επισύρει ακόμη και την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Ωστόσο, στο ίδιο σκεπτικό της απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης τον απάλλαξε από την κατηγορία αυτή, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται υπαιτιότητά του ως προς την επικίνδυνη οδήγηση.
Η απαλλαγή από το συγκεκριμένο αδίκημα ήρθε σε συμφωνία με την εισαγγελική πρόταση, η οποία είχε επισημάνει ότι, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα δεδομένα της πραγματογνωμοσύνης, δεν προέκυπτε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με τρόπο που να συνιστά επικίνδυνη οδήγηση.
Το δικαστήριο υιοθέτησε αυτή την κρίση, αποδεχόμενο ότι, παρά το τραγικό αποτέλεσμα, δεν πληρούνταν οι αυστηρές προϋποθέσεις του συγκεκριμένου αδικήματος.
Τι υποστήριξε η πλευρά του οδηγού
Όπως τόνισε ο δικηγόρος του κατηγορουμένου, Ανδρέας Ταγαράκης, από την πρώτη στιγμή της απολογίας του ενώπιον της ανακρίτριας Ξάνθης η υπερασπιστική γραμμή είχε επικεντρωθεί στο ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο, η σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος, ο οποίος φέρεται να του έκλεισε αιφνιδιαστικά τον δρόμο, χωρίς να του αφήσει περιθώρια αντίδρασης.
Το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει αυτούς τους ισχυρισμούς, απαλλάσσοντας τον κατηγορούμενο από την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης, ωστόσο έκρινε ότι παραμένει ποινικά υπεύθυνος για την πρόκληση του θανατηφόρου δυστυχήματος από αμέλεια, καθώς και για τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστησαν οι λοιποί παθόντες.
Με τον τρόπο αυτό, το δικαστήριο επιχείρησε να διαχωρίσει τη βαριά ποινική ευθύνη της επικίνδυνης οδήγησης από την αμέλεια που, κατά την κρίση του, συνέβαλε καθοριστικά στο τραγικό αποτέλεσμα.
Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την υπεράσπισή του, διατηρεί την ελπίδα ότι στο Εφετείο θα δικαιωθεί πλήρως, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι σε δεύτερο βαθμό θα αξιολογηθούν εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.
Μέχρι τότε, παραμένει κρατούμενος, με την υπόθεση να εξακολουθεί να προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, τόσο για τις ποινικές της προεκτάσεις όσο και για τα κρίσιμα ζητήματα ευθύνης που αναδεικνύει σε τροχαία δυστυχήματα με πολλαπλά θύματα.