H τήξη των πάγων στην Αρκτική δημιούργησε το νέο και μεγαλύτερο πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των τριών υπερδυνάμεων της Ρωσίας, των ΗΠΑ και της Κίνας, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή είναι πλούσια σε υδρογονάνθρακες ενώ οι νέες θαλάσσιες εμπορικές οδοί μειώνουν την χρονική διάρκεια των μεταφορών από τον Ειρηνικό στον Ατλαντικό κατά δέκα με δώδεκα ημέρες!

Η τήξη των πάγων επιτρέπει πλέον τα εμπορικά και όχι μόνο ταξίδια και προσφέρει μοναδικές γεωπολιτικές ευκαιρίες.

Η Ρωσία ξεκινά τον ανταγωνισμό από πλεονεκτική θέση καθώς η τεράστια υφαλοκρηπίδα της καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της αρκτικής περιοχής.

Οι ΗΠΑ εισχωρούν μέσω της Αλάσκας αλλά κυρίως του Καναδά, ο οποίος μετά την Ρωσία έχει τα περισσότερα δικαιώματα στην Αρκτική.

Ο Καναδάς επί της ουσίας είναι μία προέκταση των ΗΠΑ.

Η Κίνα έχει πολύ μεγάλα συμφέροντα στην Αρκτική καθώς χρειάζεται τους τεράστιους ενεργειακούς πόρους της και την μεγάλη θαλάσσια οδό που έχει ανοιχτεί.

Μάλιστα την έχουν ονομάσει ήδη Πολικό Δρόμο του Μεταξιού.

Μία θαλάσσια οδό που όπως προαναφέραμε θα μεταφέρει τα αγαθά της Κίνας στην Βόρεια Ευρώπη κατά δέκα τουλάχιστον ημέρες λιγότερες από ότι από τον Δρόμο του Μεταξιού, μέσω της Ευρασίας.

Η Κϊνα δεν έχει άμεση επαφή με την Αρκτική, την απόκτησε όμως έμμεσα επειδή της το προσφέρει απλόχερα η Ρωσία στα πλαίσια του ισχυρού γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού άξονα που έχουν δημιουργήσει έναντι των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.

Αυτό σημαίνει πως αν χρειαστεί μαζί θα υπερασπιστούν τα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα και επί της ουσίας δεν υπάρχει καμία συμβατική ισχύς στον πλανήτη που να μπορεί να τις αντιμετωπίσει.

Οι ΗΠΑ επιχειρούν να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους σε Αλάσκα και Καναδά ενώ ξεκίνησαν και αυτές τις κατασκευές παγοθραυστικών όπως άλλωστε κάνουν και οι Κινέζοι.

Αυτοί βέβαια που διαθέτουν τον μεγαλύτερο στόλο παγοθραυστικών είναι οι Ρώσοι.

Οι επιθαλάσσιοι και οι γροιλανδικοί πάγοι συνεχίζουν να λιώνουν με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Επιστημονικές έρευνες φανερώνουν πως η Αρκτική έχει χάσει περίπου 55 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα πάγου κατά τις τελευταίες 5 δεκαετίες, με τη θερμοκρασία στην περιοχή να ανεβαίνει με διπλάσια ταχύτητα εν συγκρίσει με την εν γένει άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Πολλοί αυτό το ονομάζουν κλιματική αλλαγή, αλλά ο πλανήτης ουδέποτε είχε σταθερό κλίμα. Πολλές μελέτες δείχνουν πως η τήξη των πάγων είχε ξεκινήσει από τα τέλη του 19ου αιώνα όταν το ενεργειακό αποτύπωμα της Ανθρωπότητας ήταν ελάχιστο.

Ως εκ τούτου, το γεωγραφικό τοπίο στον Βόρειο Πόλο βρίσκεται επί του παρόντος σε αναδιάταξη, καθώς η τήξη των πάγων οδηγεί στη διαμόρφωση νέων θαλάσσιων εμπορικών οδών και στη δημιουργία ευκαιριών εκμετάλλευσης φυσικών πόρων που βρίσκονται αποθηκευμένα στο υπέδαφος.

Σύμφωνα με έρευνες, υπολογίζεται πως στον βυθό της Αρκτικής υπάρχουν πετρελαϊκά αποθέματα 90 δισεκατομμυρίων βαρελιών, το 30% των παγκόσμιων ανεκμετάλλευτων αποθεμάτων φυσικού αερίου, σπάνιες γαίες αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων και τεράστιες ποσότητες ψαρικών ειδών αναφέρει ο Γιάννης Ευτυχίου και η Σημερινή

Σε γενικές γραμμές, το σκηνικό φαίνεται να στοιχειοθετείται επί τη βάσει τριών γεωπολιτικών και πολιτικών πραγματικοτήτων, ήτοι της μεταβολής της παγκόσμιας ισορροπίας των δυνάμεων προς όφελος της Κίνας, του εντεινόμενου ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, και του υπό διαμόρφωση στρατηγικού άξονα Ρωσίας-Κίνας.

Η αναβίωση της ρωσικής ισχύος

Η Ρωσία φαίνεται να αναφύεται ως η επικρατέστερη αρκτική δύναμη εν συγκρίσει με τις υπόλοιπες χώρες που συνορεύουν με την Αρκτική.

Πέραν της τεράστιας ακτογραμμής της στη βόρεια πλευρά της (το 53% της συνολικής ρωσικής ακτογραμμής), η Ρωσία διατηρεί μία μακρά ιστορική παρουσία στην περιοχή, στην οποία διαμένει ένας ευμεγέθης ιθαγενής πληθυσμός, ο οποίος αριθμεί γύρω στο 1.4 εκατομμύριο.

Ταυτοχρόνως, η Ρωσία έχει ήδη προχωρήσει στην επαναλειτουργία περίπου 50 σοβιετικών στρατιωτικών Βάσεων, ενώ η ίδια διατείνεται πως έχει ολοκληρώσει την κατασκευή 475 νέων βάσεων για στρατιωτική χρήση, καθώς και 16 νέων λιμανιών.

Η ρωσική παρουσία στην περιοχή σφραγίζεται με την ανάπτυξη νέων συμβατικών αλλά και πυρηνικών οπλικών συστημάτων, μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, όπως επί παραδείγματι του αντιαεροπορικού συστήματος S-400 και των πυρηνοκίνητων τορπίλων Poseidon.

Ως εκ τούτου, καθίσταται πρόδηλον πως η Αρκτική μετεξελίσσεται σε μια περιοχή υψίστης σημασίας για τη Ρωσία. Πέρα από τις ευκαιρίες που διανοίγονται για προβολή ισχύος, η Ρωσία διατηρεί μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στην Αρκτική, που αφορούν πρωτίστως την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και την περαιτέρω ανάπτυξη του Βόρειου Θαλάσσιου Δρόμου, η οποία θα της επιτρέπει να αποκτά έξοδο στον Ειρηνικό και Ατλαντικό Ωκεανό σε αισθητά μικρότερο χρονικό διάστημα.

Προκειμένου να επιτευχθούν τα προαναφερθέντα, η Ρωσία προχωρεί απρόσκοπτα στην ενίσχυση του παγοθραυστικού στόλου της, που αριθμεί πλέον τις 51 μονάδες, πολύ περισσότερες από τους ανταγωνιστές της.

Η άνοδος της Κίνας

Η Κίνα γνωστοποίησε την Αρκτική στρατηγική της το 2018, διακηρύσσοντας πως η ίδια πρέπει να θεωρείται πλέον ένα “ημιαρκτικό” κράτος.

Η ανάπτυξη των βιομηχανιών πετρελαίου, φυσικού αερίου, αλιείας και τουρισμού στην περιοχή κρίνεται εξαιρετικά σημαντική για το κινεζικό κράτος, και γι’ αυτόν τον λόγο έχει προχωρήσει στην υλοποίηση του Πολικού Δρόμου του Μεταξιού, που συνιστά επί της ουσίας την Πολική διάσταση της γεωστρατηγικής και οικονομικής πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος».

Για την Κίνα, η αποστολή αγαθών προς την Ευρώπη διά της εν λόγω θαλάσσιας οδού θα καταστεί ταχύτερη κατά 10 με 12 μέρες.

Εν συγκεκριμένω, ο σχεδιασμός προνοεί επενδύσεις σε έργα υποδομών στον Βόρειο Θαλάσσιο Διάδρομο, σε λιμάνια και βάσεις στην Ισλανδία και Γροιλανδία και σε υποδομές εκμετάλλευσης φυσικού αερίου στη Ρωσία.

Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, η Κίνα έχει προχωρήσει στην ανέγερση στόλου παγοθραυστικών, με την πρώτη μονάδα, γνωστή ως “The Snow Dragon 2”, να είναι ήδη έτοιμη, ενώ επιδιώκει συγχρόνως τη σύσφιγξη των επενδυτικών και οικονομικών της σχέσεων με την Ισλανδία, τη Γροιλανδία και τη Φινλανδία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεργασία τους για την παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας και η ένταξή τους στο Πολικό Δρόμο του Μεταξιού.

Αξίζει να σημειωθεί πως το κινεζικό κράτος συνεργάζεται στενά με τη Ρωσία για την οικονομική ανάπτυξη της Αρκτικής και για την προάσπιση των συμφερόντων τους.

Η στρατηγική των ΗΠΑ

Όσον αφορά τον Βόρειο Πόλο, η αμερικανική στρατηγική συνίσταται στον περιορισμό της ρωσικής στρατιωτικοποίησης και της κινεζικής επιρροής στην περιοχή, εξασφαλίζοντας τοιουτοτρόπως την προστασία του αμερικανικού εδάφους από μια ενδεχόμενη εκ βορρά επίθεση και την απρόσκοπτη πρόσβαση στους φυσικούς πόρους της Αρκτικής.

Είναι σαφές πως η αμερικανική πολιτική είναι διαποτισμένη από τις θεωρητικές αρχές του ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, όπου μια μεταβολή στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος θέτει εν κινδύνω την εν γένει ασφάλεια του διεθνούς συστήματος, καθώς η προσπάθεια μιας χώρας να ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητές της γίνεται αντιληπτή από ένα ανταγωνιστικό κράτος ως απειλή, πράγμα που οδηγεί σε εντάσεις, αγώνες εξοπλισμού, και εν τέλει σε στρατιωτική σύγκρουση.

Εν προκειμένω, η έντονη κινητοποίηση της Ρωσίας και της Κίνας στην Αρκτική απειλεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο παγκόσμιο διεθνές σύστημα, αλλά και την παντοδυναμία της επί θαλάσσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, το αμερικανικό κογκρέσο έχει εσχάτως εγκρίνει την κατασκευή τριών νέων παγοθραυστικών, συνολικού κόστους 2.6 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ταυτοχρόνως, οι ΗΠΑ προχωρούν σταθερά, σε συνεννόηση με τον Καναδά, στην ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων, εκσυγχρονίζοντας την NORAD (North American Aerospace Defense Command). Οι ΗΠΑ έχουν ήδη εκφράσει τις ανησυχίες τους σχετικά με τις κινεζικές δραστηριότητες στη Γροιλανδία, όπου και εσχάτως έχουν επέμβει προκειμένου να αποτρέψουν τις επενδυτικές πρωτοβουλίες της Κίνας, ήτοι την αγορά μιας παλιάς ναυτικής βάσης και την κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου στη χώρα.

Όσον αφορά τη Ρωσία, ο κίνδυνος σύγκρουσης εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά μεγάλος, δεδομένου του ότι πέντε από τα επτά κράτη του Αρκτικού αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ (ΗΠΑ, Καναδάς, Δανία, Ισλανδία, Νορβηγία), ενώ τα άλλα δύο (Φινλανδία και Σουηδία) διατηρούν ενισχυμένες συνεργασίες με το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Είναι γνωστό πως η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη ΝΑΤΟϊκή κινητοποίηση εγγύς των συνόρων της ως απειλή, ενώ οι συχνές συναντήσεις ΝΑΤΟϊκών και ρωσικών πλοίων στις Βόρειες Θάλασσες μπορούν εύκολα να πυροδοτήσουν μια πολεμική σύρραξη.

Αρκτικό Συμβούλιο και Πολυμέρεια

Συνεπώς, η εξασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή θα εξαρτηθεί από τη διάθεση των δρώντων να συνεργαστούν σε διεθνές επίπεδο για την επίλυση των διαφορών τους.

Καταλυτικό ρόλο σε αυτό μπορεί να διαδραματίσει το Αρκτικό Συμβούλιο, ιδρυθέν το 1996, το οποίο λειτουργεί εν είδη φόρουμ συντονισμού και εναρμόνισης των διακρατικών πολιτικών προκειμένου να επιτευχθούν κοινοί στόχοι, όπως επί παραδείγματι η περιβαλλοντική προστασία της Αρκτικής και των ιθαγενών της.

Επί του παρόντος το Συμβούλιο αριθμεί 8 μέλη, μέσα στα οποία συγκαταλέγονται οι ΗΠΑ και η Ρωσία, με την Κίνα να έχει εξασφαλίσει ρόλο παρατηρητή. Εντούτοις, η αδυναμία του Συμβουλίου να εκδώσει δεσμευτικά ψηφίσματα για τα μέλη του και η απουσία αποτελεσματικών μέσων επιβολής των αποφάσεών του περιορίζουν δραστικά τη δυναμική του, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής συνεργασία κρίνεται πιο αναγκαία από ποτέ.

Κατά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στον διάλογο για το μέλλον της Αρκτικής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει τη φύση των διαμορφούμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών στην περιοχή και προωθεί ενεργά τη συνεργασία σε διεθνές επίπεδο επί θεμάτων που άπτονται της κλιματικής αλλαγής και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Κατά συνέπειαν, το σύντομο μέλλον θα φανερώσει εάν οι εν λόγω ανταγωνισμοί θα οδηγήσουν αναποδράστως σε μια ευρεία πολεμική σύγκρουση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων ή εάν η διπλωματία και ο διάλογος θα κατορθώσουν να διατηρήσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ