Δραματικοί οι τόνοι της Δύσης για τον πόλεμο στην Ουκρανία εξέφρασαν ανώτατοι αξιωματούχοι καθώς ο κύριος παράγοντας άμυνας του ουκρανικού στρατού, τα πυρομαχικά πυροβολικού, τελειώνουν και δεν μπορούν να αναπληρωθούν.

Με την αποστολή ολοένα και περισσότερο εξελιγμένων οπλικών συστημάτων, η Δύση έχει αρχίσει πλέον να «ξεδοντιάζει» και τα δικά της αποθέματα. Ειδικότερα οι ελλείψεις σε ανατολικού τύπου διαμετρήματα ίσως αναγκάσει το Κίεβο να κάνει το απονενοημένο, δηλαδή να επιτεθεί στην Υπερδνειστερία για να καταλάβει τα κολοσσιαία εκεί αποθέματα πυρομαχικών.

Και αυτό την ίδια στιγμή που τα εργοστάσια της Ρωσίας παράγουν και αναπληρώνουν κάθε οπλικό σύστημα με φρενήρη ρυθμό.

Το ΝΑΤΟ μάλιστα που ουσιαστικά δίνει οδηγίες άμυνας στην Ουκρανία αναγκάστηκε να προβεί σε απογραφή πυρομαχικών των χωρών ώστε να μπορεί να ζητήσει την αποστολή τους στο μέτωπο ενώ την την ίδια στιγμή ζητά από τις ουκρανικές δυνάμεις να αλλάξουν τον πόλεμο σε πόλεμο ελιγμών, αλλά αυτό είναι κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε εκατόμβες νεκρών καθώς το ρωσικό πυροβολικό θα τους θερίσει εκμεταλλευόμενο τόσο την ποσότητα πυροβόλων/ρουκετοβόλων όσο και των αποθεμάτων πυρομαχικών.

«Πρέπει να αυξήσουμε και να επιταχύνουμε άμεσα τη στρατιωτική μας βοήθεια στην Ουκρανία» τόνισε σε δραματικούς τόνους ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Ζοζέπ Μπορέλ, την τελευταία ημέρα της φετινής Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, παραμονές της συμπλήρωσης ενός έτους από την έναρξη του πολέμου.

Ο λόγος που ηχούσε καμπανάκι ήταν «η έλλειψη πυρομαχικών». «Πρέπει να επιλυθεί γρήγορα», τόνισε. «Είναι ζήτημα εβδομάδων»…

Καθώς οι συγκρούσεις συνεχίζονται πια για δεύτερο χρόνο και οι συγκρούσεις εξελίχθηκαν τους τελευταίους μήνες σε πόλεμο φθοράς, η Ουκρανία «καίει» τις προμήθειες πυρομαχικών πολύ πιο γρήγορα από ό,τι τα μέλη του ΝΑΤΟ μπορούν να τα παράγουν.

Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι αυτή η σύγκρουση, αν και στον 21ο αιώνα, διεξάγεται περισσότερο με όρους του 20ου, σε χαρακώματα και με πολυβόλα, που «ξερνούν» αμέτρητες οβίδες.

Η Δύση έχει ωστόσο στείλει προ πολλού στο Κίεβο το μεγαλύτερο μέρος από τα διαθέσιμα αποθέματα σε όπλα και πυρομαχικά σοβιετικής κατασκευής, που ήταν συμβατά με τον αρχικό εξοπλισμό των Ουκρανών.

Ήταν κυρίως από την «κληρονομιά» νεότερων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., τα οποία ανήκαν στο παρελθόν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Και αυτά έχουν αρχίζουν να «στερεύουν», καθώς οι ρυθμοί αναπλήρωσης υστερούν μπροστά σε αυτούς χρήσης των πυρομαχικών από τις ουκρανικές δυνάμεις.

Με τις κρατικές αμυντικές παραγγελίες επικεντρωμένες σε πιο σύγχρονες μορφές πολέμου, η δυτική αμυντική βιομηχανία δεν διαθέτει στοκ.

Το αποτέλεσμα, όπως ανέφερε ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, είναι τώρα οι χρόνοι αναμονής για παραδόσεις πυρομαχικών μεγάλου διαμετρήματος να έχουν αυξηθεί από 12 σε 28 μήνες.

«Ξεχάσαμε τους κλασικούς πολέμους. Ασχοληθήκαμε μόνο με τις εκστρατείες και το τεχνολογικό Blitzkreig», παραδέχθηκε ο Μπορέλ. Φυσικά, δεν είναι ο μόνος…

Κρίση πυρομαχικών

Η Ουκρανία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρή έλλειψη πυρομαχικών το δεύτερο εξάμηνο του έτους, εάν η Δύση δεν επενδύσει άμεσα σε νέα παραγωγή, προειδοποίησε το Κέντρο Στρατηγικών & Διεθνών Σπουδών (CSIS) σε πρόσφατη μελέτη.

Στη Βρετανία, αναφέρει σε αποκλειστικό δημοσίευμα το Sky News, γίνονται όλο και πιο ασφυκτικές οι πιέσεις στην κυβέρνηση Σούνακ «να ενισχύσει τις στρατιωτικές δαπάνες για να χρηματοδοτήσει μια τεράστια ενίσχυση των συνολικών αποθηκών πυρομαχικών».

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος η Βρετανία «μην είναι πλέον σε θέση να υποστηρίξει τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις στο επίπεδο που απαιτείται για τη διατήρηση της πολεμικής τους προσπάθειας, πολλώ μάλλον να εξασφαλίσει τη δική της άμυνα».

Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική στον μεγαλύτερο προμηθευτή εξοπλισμού και πυρομαχικών στο Κιέβου: τις ΗΠΑ.

Προβλήματα καταγράφονται για παράδειγμα στους πυραύλους Javelins, καταστροφείς αρμάτων μάχης.

Η ουκρανία έχει ήδη παραλάβει 8.500 τεμάχια -περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των αμερικανικών αποθεμάτων– την ώρα που οι τρέχοντες ρυθμοί παραγωγής είναι μόλις 1.000 ετησίως.

Ομοίως, οι ΗΠΑ έχουν στείλει το ένα τρίτο των αποθεμάτων πυραύλων Stinger για την κατάρριψη μαχητικών αεροσκαφών, οι οποίοι επίσης δεν μπορούν να αντικατασταθούν γρήγορα.

Όσο για τους εκτοξευτήρες πολλαπλών ρουκετών HIMARS, οι ΗΠΑ έχουν στείλει 20 μονάδες στην Ουκρανία: όσες κατασκευάζονται ετησίως.

Από όλες τις αναντιστοιχίες μεταξύ προμηθειών και ποσοστών παραγωγής, οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι αυτή για τις οβίδες πυροβολικού των 155 χιλιοστών είναι η πιο σοβαρή, καθώς το πυροβολικό είναι αυτή τη στιγμή η «ραχοκοκαλιά» των συγκρούσεων στο έδαφος.

Ο πόλεμος έχει σχεδόν εξαντλήσει ορισμένα από τα αμερικανικά αποθέματα αυτού του τύπου πυρομαχικών.

Ο στρατός των ΗΠΑ τώρα υπολογίζει σε αύξηση της παραγωγής βλημάτων 155 χιλιοστών από 14.000 σε 20.000 το μήνα.

Τον Ιανουάριο ανακοίνωσε επένδυση ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με στόχο να ενισχύσει τη μηνιαία παραγωγή στις 90.000 οβίδες. Αυτά όμως από το επόμενο έτος…

Ο «κλήρος» πέφτει στην Ευρώπη

Η ουσία είναι ότι μέχρι το καλοκαίρι οι ΗΠΑ μπορεί να αρχίσουν να «σκάβουν» τόσο βαθιά στα δικά τους αποθέματα οβίδων και άλλων πυρομαχικών, σε βαθμό που να εξελιχθεί σε στρατηγικό πρόβλημα για τη δική τους εθνική άμυνα και να αναγκαστούν να περιορίσουν τις προμήθειες.

Ως απάντηση, το ΝΑΤΟ ολοκλήρωσε πρόσφατα έναν έκτακτο έλεγχο απογραφής των αποθεμάτων πυρομαχικών στα κράτη-μέλη και των μελλοντικών παραγγελιών.

Μοιραία, οι πιέσεις τώρα εντείνονται στην Ευρώπη.

«Η Ουκρανία ξοδεύει τόσα πυρομαχικά σε μια μέρα όσα παράγει η Γερμανία σε έξι μήνες», δήλωσε πρόσφατα στην Die Welt ο πρώην επικεφαλής της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου και κορυφαίος Γερμανός διπλωμάτης Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, σκιαγραφώντας τις νέες προκλήσεις.

Η ΕΕ ήδη εξετάζει τη χρήση του υφιστάμενου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη για την από κοινού προμήθεια πυρομαχικών, κατά το πρότυπο της προμήθειας εμβολίων κατά της COVID-19.

Η ιδέα προτάθηκε από την Εσθονή πρωθυπουργό, Κάγια Κάλλας -εκ των φερόμενων φαβορί για την διαδοχή του Στόλτενμπεργκ στη θέση του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ.

Κατά τον Ζοζέπ Μπορέλ, η λύση αυτή θα λειτουργήσει μεσοπρόθεσμα. Λόγω ωστόσο του επείγοντος χαρακτήρα των ελλείψεων σε πυρομαχικά, «πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτό που έχουμε. Αυτό που έχουν τα κράτη μέλη».

Όλες αυτές οι προοπτικές αναμένεται να τεθούν επί τάπητος στη συνάντηση των υπουργών Άμυνας της ΕΕ, στις 7-8 Μαρτίου.

Στο μεσοδιάστημα, η γερμανική κυβέρνηση υπέγραψε ήδη συμφωνία με την Rheinmetall AG για την κατασκευή πυρομαχικών για τα αντιαεροπορικά πυροβόλα Gepard που το Βερολίνο έχει στείλει στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, προβλέπεται η κατασκευή 300.000 βλημάτων, με έναρξη της παράδοσης από τον προσεχή Ιούλιο.

Η Γαλλία και η Αυστραλία συνεργάζονται για να παράγουν απροσδιόριστες ποσότητες οβίδων 155 χιλιοστών και η σλοβακική ZVS Holding ανακοίνωσε σχέδια πενταπλασιασμού της δικής της παραγωγής οβίδων, σε 100.000 τεμάχια, μέχρι το επόμενο έτος.

Κενά και αλλαγή στρατηγικής

Παράλληλα, η Ukroboronprom -κρατική εταιρεία κατασκευής όπλων και στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία- ανακοίνωσε την έναρξη από κοινού παραγωγής όλμων πυροβολικού με χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ στην Κεντρική Ευρώπη -χωρίς να την κατονομάσει- καθώς και ότι σχεδιάζει την ανάπτυξη και παραγωγή άλλων όπλων και στρατιωτικό υλικό με συμμάχους.

Για όλα αυτά θα απαιτηθεί βέβαια χρόνος…

Για να καλύψουν το κενό τους επόμενους μήνες, αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ περιόδευσαν ανά τον κόσμο για να βρουν εναλλακτικά αποθέματα συμβατού υλικού.

«Ο Γενς Στόλτενμπεργκ μόλις βρέθηκε στη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, ζητώντας τους να προμηθεύσουν περισσότερα», δήλωσε στα μέσα Φεβρουαρίου στο δίκτυο Sky News ο Τζέιμι Σέι, πρώην αναπληρωτής βοηθός του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ και πρώην εκπρόσωπος της Συμμαχίας στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία.

«Ενόσω αυξάνουμε την παραγωγή», προσέθεσε, «θα συμβάλει στην κάλυψη των κενών εάν πείσουμε φιλοδυτικές χώρες, εκτός ΝΑΤΟ, να παρέχουν τέτοιου είδους πυρομαχικά».

«Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η κλίμακα της βοήθειας κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους του πολέμου ξεπερνά κατά πολύ οτιδήποτε είχαν προγραμματίσει», επισημαίνει χαρακτηριστικά το CNN.

Αναγνωρίζουν επίσης πόσο δύσκολη θα είναι η δεύτερη χρονιά…

«Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους πρέπει να συνεχίσουν αυτή τη βοήθεια, ενόψει της μείωσης των δυτικών αποθεμάτων», προσθέτει το δημοσίευμα. «Ενθαρρύνουν επίσης την Ουκρανία να αλλάξει την τακτική της στο πεδίο της μάχης».

Σε αυτό το πλαίσιο -εξηγεί το αμερικανικό δίκτυο επικαλούμενο τρεις κυβερνητικούς αξιωματούχους των ΗΠΑ- στόχος είναι οι ουκρανικές δυνάμεις, με τη χρήση πιο εξελιγμένων όπλων, να περάσουν από το στάδιο του πολέμου φθοράς «σε ένα στυλ μηχανοκίνητου πολέμου ελιγμών, με γρήγορες απρόβλεπτες κινήσεις εναντίον της Ρωσίας».

«Ο στόχος είναι σημαντικά κέρδη στο πεδίο της μάχης, που θα φέρουν την Ουκρανία σε μια ισχυρή θέση για να διαπραγματευτεί».

Ρωσική πολεμική μηχανή στο «φουλ»

Μετά τη μερική επιστράτευση του περασμένου Σεπτεμβρίου, οι Ρώσοι έχουν σταθεροποιήσει τη γραμμή στα πολεμικά μέτωπα.  Στις σκληρές μάχες στα χαρακώματα, στα ανατολικά, το πυροβολικό έχει τον πρώτο λόγο.

Παράλληλα, η Μόσχα έχει θέσει την οικονομία της σε πολεμική βάση.

Ο πρόεδρος Πούτιν -που τις προάλλες ανακοίνωσε ενίσχυση του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου- έχει δώσει από το περασμένο φθινόπωρο διαταγή για χαλάρωση της γραφειοκρατίας, προκειμένου να εντατικοποιηθεί η παραγωγή όπλων και πυρομαχικών.

Τα αμυντικά εργοστάσια λέγεται ότι λειτουργούν 24 ώρες την ημέρα.

Σε αναπλήρωση των κενών, έχουν γίνει προμήθειες όπλων και πυρομαχικών από χώρες όπως το Ιράκ και η Βόρεια Κορέα.

Σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας, Σεργκέι Σόιγκου, ο ρωσικός στρατός σχεδόν διπλασίασε τις αγορές πυρομαχικών το 2022 και οι δαπάνες για οπλικά συστήματα θα αυξηθούν κατά 50% φέτος.

«Η Ρωσία αυξάνει την παραγωγή όπλων νέας γενιάς για να προστατευτεί από τους εχθρούς στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία», διακήρυξε ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφάλειας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, οι στρατιωτικές δαπάνες της χώρας είναι οι τρίτες μεγαλύτερες παγκοσμίως, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα.

«Δεν έχουμε περιορισμούς χρηματοδότησης», τόνισε ο Πούτιν στο προσωπικό του υπουργείου Άμυνας τον περασμένο Δεκέμβριο, προεξοφλώντας την συνέχιση του ατέρμονου πολέμου.

«Η χώρα, η κυβέρνηση θα δώσει ό,τι ζητήσει ο στρατός», υπογράμμισε. «Τα πάντα».

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ