Eν μέσω της αγοράς των 24 μαχητικών Rafale και τον εκσυγχρονισμό των 83 F-16 σε επίπεδο Viper κρίσιμα προγράμματα όπως επαναπιστοποίηση όπλων και η ενίσχυση της δυνατότητας της ΠΑ να πλήξει στόχους σε μια σύρραξη με την Τουρκία παρουσιάζουν σημαντική καθυστέρηση.

Η έκβαση μίας πολεμικής σύγκρουσης δεν εξαρτάται μόνο από τα αεροσκάφη, αλλά και από τα όπλα που μεταφέρουν, καθώς και από το απόθεμά τους.

Φυσικά η αγορά των 40 πυραύλων αέρος-αέρος Meteor είναι μεν σημαντική αλλά αριθμητικά ανεπαρκής.

Χρειάζονται τουλάχιστον 90. Αλλά και δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι πρόκειται για όπλο «άμυνας», δηλαδή για τον «εξολοθρευτή» του εισβολέα.

Ο πλέον κρίσιμος παράγοντας, πέρα από τα αεροσκάφη, είναι τα όπλα των αεροσκαφών και σε  ότι αφορά τις δυνατότητες προσβολής στόχων εδάφους είναι τα όπλα αέρος-εδάφους.

Γιατί χωρίς επιθετικό δόγμα, δηλαδή χωρίς σοβαρές δυνατότητες κρούσης καμία σύγκρουση δεν μπορεί να κερδιθεί από την στιγμή που δεν μπορούν να μεταφερθούν οι συνέπειές της στο έδαφος του αντιπάλου.

Οι τρεις μεγάλες οικογένειες όπλων σε αμερικανική υπηρεσία που βρίσκονται σε συγκεκριμένες ποσότητες και στην ΠΑ (JDAM, Paveway, JSOW) παρουσιάζουν παρόμοια εξέλιξη, καθώς και οι τρεις έχουν σύστημα ανεμοπορίας, καθοδήγηση GPS-INS και ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες για την τερματική καθοδήγηση.

Όμως το JSOW (Joint Standoff Weapon) ξεχωρίζει, καθώς έχει τις καλύτερες προδιαγραφές ανεμοπορίας, εγγενείς δυνατότητες stealth, ενώ είναι άκαμπτο στο θέμα κεφαλής και αισθητήρων. Η κεφαλή ισοδυναμεί, σε όλες τις διαμορφώσεις, με αυτή όπλου των 500 λιβρών.

Η κατευθυνόμενη βόμβα ακριβείας AGM-154C JSOW ήταν λογική επιλογή για την ΠΑ, (40 AGM-154C) καθώς είναι το ελαφρύτερο, φθηνότερο και μικρότερης ισχύος και εμβέλειας συμπλήρωμα του γαλλικού SCALP EG.

Έχει διπλή κεφαλή BROACH (πρόδρομη WDU-44, ακολουθούσα WDU-45), αλλά είναι ισοδύναμη με όπλο των 500 λιβρών, αντί της παρόμοιας αλλά πολύ μεγαλύτερης και ισχυρότερης έκδοσης του γαλλικού όπλου.

Επίσης, φέρει τερματική αυτοκατεύθυνση με απεικονιστή υπερύθρου και αλγόριθμους αυτόματης αναγνώρισης στόχου, όπως και το γαλλικό όπλο. Και τα δύο έχουν σύστημα καθοδήγησης μεσοπορείας με GPS-INS.

Το αμερικανικό σύστημα είναι ελαφρύτερο (κατηγορίας βάρους 1.000 λιβρών, φερόμενο σε δυάδες σε κατάλληλες ράγες, όπως οι BRU-57, επί ενός πυλώνα του αεροσκάφους) και οικονομικότερο. Αντίθετα, οι δύο άλλες εκδόσεις  του όπλου, δεν έχουν καλές  επιδόσεις. Το AGM-154A φέρει λιγότερα (145 αντί 202) βομβίδια διπλού ρόλου BLU-97 από ένα απλό περιλήπτη CBU-87.

Τα μεταφέρει σε μεγαλύτερη απόσταση (αρχικές εκτιμήσεις μιλούσαν για 65 χλμ. από μεγάλο ύψος, αλλά τώρα η εταιρεία ισχυρίζεται 130 χλμ.) και με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια, αλλά η διαφορά μετριάζεται όταν τοποθετηθεί η υποσυλλογή ανεμοπορίας και καθοδήγησης GPS-INS Longshot, που έχει αιτηθεί η ΠΑ (75 χλμ. όταν φέρει CBU-87).

Η εξαγωγική έκδοση AGM-154A-1 φέρει ως γόμωση τον κορμό της BLU-111 (έκδοση της βόμβας γενικής χρήσης Mk 82) με καθοδήγηση GPS-INS. Πρόκειται για αμιγώς εξαγωγικό σύστημα και δεν υπερτερεί σημαντικά από την τυπική Mk82 με τα πτερύγιά της κι  αναρτημένη σε υποσυλλογή Longshot (με εμβέλεια περί τα 100 χλμ. από μεγάλο ύψος).

Τονίζεται ότι το Longshot έχει  αποκτηθεί από την USAF χωρίς το απάρτιο καθοδήγησης, για να αυξήσει την εμβέλεια των εκδόσεων διόρθωσης  τροχιάς CBU-103/104/105 (WCMD) των διασπορέων CBU-87/97/94.

Οι εκδόσεις αυξημένης εμβέλειας των WCMD καλούνται WCMD-ER και φέρουν αντίστοιχα τους κωδικούς CBU-113/114/115. Η ΠΑ, που δεν έχει τη συλλογή WCMD, ούτε και λόγο για να την αποκτήσει, μπορεί να εστιαστεί άνετα στα τυπικά Longshot.

Το Longshot με κορμό βόμβα Mk82 αντικαθιστά το AGM-154A1, ενώ με κορμό τα CBU-87 της παραγγελίας αντικαθιστά τόσο την πιθανή ανάγκη για WCMD-ER (CBU-113, άδεια για το οποίο δεν έχουν εκδώσει οι ΗΠΑ) όσο και την ανάγκη για AGM-154A.

Και αυτό διότι το Longshot αναρτάται σε κάθε αεροσκάφος που φέρει κατάλληλες αναρτήσεις στους πυλώνες, ενώ το AGM-154 απαιτεί ολοκλήρωση μέσω αρτηρίας 1760, η οποία υπάρχει μόνο στα σύγχρονα αεροσκάφη της ΠΑ και ενέχει ακριβές ολοκληρώσεις στο λογισμικό του αεροσκάφους, οι οποίες φυσικά έχουν ήδη γίνει.

Όμως το AGM-154 μπορεί να ριφθεί από κλάσμα των μαχητικών της ΠΑ, ενώ η οικογένεια Longshot από όλα.

Το Longshot με κορμό CBU-87, (είναι αποτελεσματικό κατά μεγαλύτερης ποικιλίας στόχων αλλά έχει μικρότερη ειδική αποτελεσματικότητα κατά καθενός εξ αυτών σε σχέση με τα εξειδικευμένα όπλα Mk20 και CBU-58) αντικαθιστά την πιθανή ανάγκη για WCMD-ER (CBU-113) άδεια για το οποίο δεν έχουν εκδώσει οι ΗΠΑ.

Και αυτό διότι το πλήρες δυνατοτήτων Longshot αναρτάται σε κάθε αεροσκάφος που φέρει κατάλληλες αναρτήσεις στους πυλώνες και δεν απαιτεί ολοκλήρωση στο ΣΕΠ του αεροσκάφους μέσω αρτηρίας 1760, όπως απαιτούν τα WCMD/WCMD-ER  που προσφέρουν μικρότερες ή έστω ταυτόσημες δυνατότητες.

Είναι δε προφανές ότι η ΠΑ δεν έχει κανένα λόγο να ενδιαφέρεται για την έκδοση CBU-103 WCMD (ούτε για την αρχική με το απλό αδρανειακό σύστημα, ούτε για την αυξημένη με GPS), αφού αυτή δεν αυξάνει την εμβέλεια του όπλου, ούτε την τερματική του ακρίβεια.

Αυτό που κάνει είναι να επιτρέπει την εξαπόλυση από μεγάλα ύψη χωρίς υποβάθμιση της ακρίβειας που έχει προσδώσει η αρχική διαδικασία σκόπευσης, όποια και αν είναι αυτή, λόγω αέριων ρευμάτων και διαφορών στην πυκνότητα  του αέρα κατά τη μακρά κατολίσθησή του όταν βάλλεται π.χ. από στρατηγικά βομβαρδιστικά Β-1Β.

Αυτό είναι τελείως αδιάφορο για μια Αεροπορία που λόγω ισχύος της εχθρικής δίωξης θα βάλλει αναγκαστικά από μικρά ύψη, σε αντίθεση με τις τακτικές μεγάλου ύψους της USAF στις επιχειρήσεις εναντίον τριτοκοσμικών αντιπάλων.

Σε αφέσεις μικρής εμβέλειας από μικρό ύψος το CBU-87 είναι απολύτως επαρκές, ενώ για βολές μεγάλων αποστάσεων, συνδυασμένο με το Longshot έχει πολλαπλάσια εμβέλεια και ακρίβεια σε σχέση με την έκδοση WCMD CBU-103, η οποία έχει κριθεί εξαγώγιμη.

Οι 202 βομβίδες διπλού ρόλου BLU-97 που φέρει μπορούν να καταστρέψουν μεγάλη ποικιλία διεσπαρμένων ή συγκεντρωμένων μαλακών και ημίσκληρων στόχων, τόσο αεροπορικού ενδιαφέροντος (ακάλυπτα σταθμευμένα αεροσκάφη, πυρομαχικά και εξοπλισμό εδάφους, ραντάρ, αντιαεροπορικά, σταθμούς διοίκησης) αλλά και γενικότερου (πυροβόλα, ελαφρά θωρακισμένα οχήματα, ηλεκτρονικό και τροχαίο υλικό, εφόδια, υλικό επιτήρησης κτλ.).

Οι βόμβες JDAM

Η προμήθεια 100 υποσυλλογών JDAM είχε δρομολογηθεί από την αγορά για τα αεροσκάφη F-16 block 52+.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε άλλη επιλογή και η απόφαση της ΠΑ ήταν απολύτως ορθή, όπως και η κατανομή της παραγγελίας μεταξύ Mk84 και BLU-109 ήταν απόλυτα λογική, με βάση τις χρήσεις και απαιτήσεις των δύο τύπων βόμβας (200 υποσυλλογές KMU-556 προορίζονταν για τις Mk84/GBU-31V1 και 50 KMU-557 για τις BLU-109/GBU-31V3). Τα αρχικά μοντέλα απαιτούν από το αεροσκάφος βολής αρτηρία 1760 και σύστημα πλοήγησης/ελέγχου πυρός βασισμένου σε GPS-INS.

Η ύπαρξη αισθητήρων ακριβείας, πλήρως ολοκληρωμένων στο σύστημα ελέγχου πυρός του αεροσκάφους, όπως ραντάρ συνθετικού διαφράγματος (APG-68V9) και ατρακτίδια στοχοποίησης (π.χ. AAQ-25 και Advanced LANTIRN) αυξάνουν την ευχέρεια επιλογής στόχου ευκαιρίας ή/και την ακριβέστερη σκόπευση προκαθορισμένου στόχου.

Χάρη στη ραδιοκυματική της φύση, η καθοδήγηση GPS-INS είναι παντός καιρού όταν δεν συνδέεται με χρήση ηλεκτροοπτικών αισθητήρων. Αντιθέτως, όταν δεν συνοδεύεται από εκπομπές ενεργών αισθητήρων, είναι πλήρως παθητική (αν και λιγότερο ακριβής) και εξασφαλίζει τον αιφνιδιασμό του στόχου.

Μέχρι στιγμής, και όσον αφορά τις προβλεπόμενες ελληνικές δυνατότητες, η αδρανειακή δορυφορική καθοδήγηση όπλων μπορεί να προσβάλλει αξιόπιστα μόνο σταθερούς στόχους.
Εναλλακτική επιλογή αποτελεί σήμερα, στην καθοδήγηση GPS-INS, η Paveway IV αλλά για την ώρα περιορίζεται σε όπλα 500 λιβρών Mk82/BLU-111, αν και θεωρείται βέβαιο ότι θα επεκταθεί και σε μεγαλύτερα μεγέθη.

Η  ΠΑ είναι απαραίτητο εγκαταστήσει στα όπλα JDAM (προηγούμενης και πιθανότατης νέας παραγγελίας) και τερματική καθοδήγηση, καθώς η διαθεσιμότητα του GPS επαφίεται στις ΗΠΑ, ιδίως όπου απαιτείται μέγιστη ακρίβεια (π.χ. στις GBU-38 των 500 λιβρών λόγω μικρής ισχύος, και στις GBUI-31V3 λόγω διατρητικού κορμού BLU-109 που απαιτεί μεγάλη τερματική ακρίβεια).

Επιπλέον, η προσθήκη καθοδήγησης λέιζερ επιτρέπει την προσβολή βραδέως κινούμενων στόχων, την εναλλακτική καθοδήγηση αν παρεμβληθεί ή διακοπεί το σήμα GPS και την ακριβή καθοδήγηση επί του  πραγματικού στόχου, και όχι επί υπολογισμένων συντεταγμένων αυτού (όπου ίσως έχει επέλθει σφάλμα γεωπροσδιορισμού).

Σε αυτή τη φάση κάτι τέτοιο είναι εφικτό, μέσω του συστήματος LJDAM (Laser JDAM) μόνο για τα όπλα των 500 λιβρών GBU-54 που βασίζονται στο GBU-38 με την προσθήκη του αισθητήρα DSU-38, αλλά και αυτή η τάση φαίνεται ότι θα επεκταθεί στο μέλλον, ώστε να περιλάβει και τα GBU-31/32 των 2000/1000 λιβρών αντίστοιχα (οι κωδικοί των νέων όπλων θα είναι GBU-56/55 αντίστοιχα και θα φέρουν αισθητήρες λέιζερ τύπου DSU-40/39 αντίστοιχα). Καθώς ο αισθητήρας λέιζερ DSU-38 του GBU-54 LJDAM βιδώνεται στη θέση του πυροσωλήνα ρύγχους της βόμβας, είναι κατάλληλος για όλη τη σειρά Mk80.

Όλες οι εκδόσεις JDAM, ασχέτως βάρους και ύπαρξης ή μη τερματικού αισθητήρα, είναι συμβατές με την υποσυλλογή ολίσθησης Diamond Back της MBDA που τριπλασιάζει την εμβέλεια του αποκαλούμενου JDAM-ER στα 75 χλμ. περίπου, σε σχέση με τα 25 του απλού JDAM όταν βάλλεται από μεγάλο ύψος.

Η πιθανή υιοθέτησή της από την ΠΑ για όλα τα όπλα της προηγούμενης παρτίδας θα μειώσει τον χρόνο και τον αριθμό των αποστολών κρούσης για προσβολή συγκεκριμένων στόχων, αλλά κυρίως θα μειώσει την έκθεση των αεροσκαφών της σε εχθρικά ΑΑ μέσα, θέτοντας το αεροσκάφος εκτός εμβέλειας συστημάτων, όπως τα HAWK και πιθανά μελλοντικά SHORADS βασισμένα στον AMRAAM των τουρκικών ΕΔ.

Αυτό σημαίνει ότι εναντίον μη θωρακισμένων  στόχων αεράμυνας, όπως στοιχείο HAWK, θα μπορεί να διεξαχθεί αποστολή DEAD με όπλο πολύ οικονομικότερο των HARM, ήτοι JDAM-ER με πυρήνα Mk84, που επιπλέον έχει πολλαπλάσια καταστροφική ισχύ και ακτίνα. Η δυνατότητα είναι στρατηγικής σημασίας, αν και εξαρτάται από την ακριβή γνώση της θέσης των στοιχείων της εχθρικής ΑΑ άμυνας σε τρισδιάστατο χώρο.

Απαιτούνται λοιπόν ακριβείς συσκευές  ηλεκτρονικής αναγνώρισης (που βρίσκονται άραγε τα ASTAC;) και γεωπροσδιορισμού (όπως τα ατρακτίδια αναγνώρισης DB-110). Τα απλά JDAM ενέχουν επαρκή εμβέλεια για την ακίνδυνη εξουδετέρωση ΑΑ πυροβόλων (π.χ. GDF-003, Bofors L/70), συστημάτων εκτόξευσης Stinger (π.χ. Atilgan, Zipkin) και –οριακά– Rapier, αλλά όχι HAWK.

Τονίζεται ότι η υποσυλλογή ανεμοπορίας και καθοδήγησης GPS-INS Longshot που είχε ζητήσει η ΠΑ δεν συνδυάζεται με τα JDAM λόγω εταιρικών συγκρούσεων. Είναι μεγαλύτερου κόστους από τις JDAM, περιορίζεται σε όπλα τάξης βάρους 500 και 1.000 λιβρών αλλά δεν απαιτεί αρτηρία 1760 από το αεροσκάφος φορέα.

Αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν από απλές βόμβες Mk82/83, που μετατρέπονται αυτόματα σε μεγάλου κόστους αλλά και μεγάλης εμβέλειας JDAM, από GBU-12/16 Paveway II, που μετατρέπονται έτσι σε ακόμη μεγαλύτερου κόστους αλλά και εξαιρετικής τερματικής ακρίβειας  ανάλογα του JDAM (ή ίσως το JDAM-ER), και από διανομείς υποπυρομαχικών.

Τόσο τα αντιαρματικά Rockeye Mk20 όσο και τα εναντίον προσωπικού/ υλικού CBU-58 της ΠΑ αποκτούν εξαιρετική εμβέλεια, περί τα 80 χλμ., και μεγάλη τερματική ακρίβεια, ενώ τα ίδια παρέχουν εξαιρετικές επιδόσεις κατά συγκεκριμένων στόχων.

Όπλα Ηλεκτροοπτικής Καθοδήγησης (ΗΟ)

Η απόκτηση βομβών ηλεκτροοπτικής καθοδήγησης προς διαδοχή των GBU-8 HOBOS των 2.000 λιβρών ήταν διακαής πόθος της ΠΑ επί 12ετία, και οι ΗΠΑ απαγόρευσαν πολλάκις την πώληση του πολύ ικανότερου AGM-130 (εμβέλεια περί τα 60 χλμ.), που είχε αρχικά επιλεγεί και μπορούσε διαπιστωμένα να φέρει τις δύο κεφαλές των 2.000 λιβρών (Mk84, BLU-109), έχοντας δοκιμαστεί επιτυχώς από την USAF στον Α’ Πόλεμο του Κόλπου το 1991.

Επιπλέον, είχε προταθεί και έκδοση για Mk83 των 1.000 λιβρών για αμερικανική και εξαγωγική χρήση, αλλά πιθανώς χωρίς να δοθεί ποτέ συνέχεια σε αυτή  την έκδοση. Δεν είναι γνωστό αν η άρνηση των ΗΠΑ περιλάμβανε και τη μη αυτοπροωθούμενη GBU-15, που επίσης είχε εκδόσεις για Mk 84 και για BLU-109, είτε με τηλεοπτικό αισθητήρα, είτε με απεικονιστή υπερύθρου και στις τελευταίες της εκδόσεις και με απάρτιο GPS-INS.

Τότε παρέμενε ανοιχτό το θέμα του όπλου μακράς ακτίνας των F-16 Block 52+, αφού εκείνη την εποχή το Longsbot δεν το είχε αναλάβει η L-M και η κωλυσιεργία για το Have Lite (παραγωγή στις ΗΠΑ από την κοινοπραξία PGSUS του ισραηλινού Popeye Lite) συνεχιζόταν.

Τελικά, η ΠΑ με τη LOA των F-16 Block 52+ απέκτησε επιτέλους 220 βλήματα AGM-65G/G2 και βόμβες Paveway.

Η μέγιστη εμβέλεια των 25 χλμ. των ελληνικών βλημάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί από πτήση σε πολύ χαμηλό ύψος, και η όλη φιλοσοφία τα περιορίζει στη στενή σύζευξη με τα AAQ-14 LANTIRN για βολές LOBL (εγκλωβισμός προ της εκτόξευσης), κάτι που υποβαθμίζει την επιβιωσιμότητα των αεροσκαφών, αν και αυξάνει την ευχέρεια επιλογής κρίσιμου στόχου και τη γωνία  εμπλοκής του, αλλάζοντας κατάλληλα τη γεωμετρία εμπλοκής.

Το ελληνικό όπλο, με βαριά κεφαλή 300 λιβρών είναι ειδικό για την καταστροφή μεγάλων και σχετικά σκληρών επιφανειακών στόχων, όπως ενισχυμένα κέντρα διοίκησης και λοιπά κτίσματα.
Το σημαντικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι ο AGM-65G2 θα φέρεται και από τα F-4E PI2000, παρά την αδυναμία του τελευταίου να δεχθεί LANTIRN και την αδυναμία του βλήματος να συνεργαστεί με το Litening. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται σαφής η χρησιμότητα της δυνατότητας ζεύξης δεδομένων/βολής LOAL.

Μια παλιά ιδέα για την αναβάθμιση σε ψηφιακά AGM-65H (απλά ή με τη δυνατότητα LOAL) του αποθέματος των AGM-65A/Β με αναλογικούς τηλεοπτικούς αισθητήρες ημέρας δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Η ηλικία τους τείνει να τα απαξιώσει (ειδικά τα πρώτα), ενώ τα δεύτερα είχαν καλές επιδόσεις εναντίον αρμάτων στον Α’ Πόλεμο του Κόλπου σε βολές ημέρας.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το σύνολό τους σε ελληνική υπηρεσία φέρει τις αντιαρματικές κεφαλές κοίλης γόμωσης των 57 χγρ., που τα καθιστούν φονικά για άρματα κάθε γενιάς, ακόμη και μελλοντικής, αν ληφθεί υπόψη ότι  ο εξειδικευμένος και αποτελεσματικότατος αντιαρματικός πύραυλος HELLFIRE ζυγίζει ολόκληρος 48 χγρ.!

Η χρηστικότητά τους όμως για άλλους στόχους πρέπει να θεωρείται περιορισμένη, πλην οχυρών και λοιπών μικρού μεγέθους αλλά υψηλής σκληρότητας στόχων. Οι εκδόσεις Α/Β μπορούν θεωρητικά να βληθούν από όλα τα αμερικανικής προέλευσης μαχητικά χωρίς ανάγκη ειδικής πιστοποίησης και ολοκλήρωσης.

SPICE-1000/2000

Στα ηλεκτροοπτικά όπλα περιλαμβάνονται και τα ισραηλινά SPICE-1000/-2000 της RAFAEL τα οποία είχαν  λάβει και έγκριση προμήθειας από το ΚΥΣΕΑ ενώ εγκρίθηκε και από την Επιτροπή Εξοπλισμών και Άμυνας της Βουλής.

Η υποσυλλογή SPICE έχει μερικά πλεονεκτήματα και μερικά μειονεκτήματα. Προέρχεται από το Popeye, κάτι που σημαίνει ότι έχει τον ίδιο ή αντίστοιχο αισθητήρα (είτε τηλεοπτικό, είτε θερμικό), σύστημα ζεύξης δεδομένων (ατρακτίδιο AN/ASW-55) και πιθανώς και μεγάλα τμήματα λογισμικού και ίσως και τους όποιους επεξεργαστές και υπολογιστές.

Διαθέτει προηγμένο λογισμικό σύγκρισης εικόνας με προαποθηκευμένες εικόνες που έχουν ληφθεί από συμβατά μέσα, με αποτέλεσμα δυνατότητα Fire-and forget σε συνθήκες LOAL.

Το όπλο φορτώνεται με ολόκληρη βιβλιοθήκη  εικόνων στόχου, ως και 100, προκειμένου να μπορεί να πλήξει στόχους ευκαιρίας ή να εκτραπεί από τον πρωτεύοντα αν αυτός έχει πληγεί από προηγούμενο όπλο ή αποδειχθεί ψευδοστόχος. Αυτό επίσης βοηθά και στην ταχύτερη προετοιμασία της αποστολής, αφού αρκετά από τα όπλα φορτώνονται με την ίδια βιβλιοθήκη στόχων και αναλαμβάνουν διαφορετικά υποσύνολα. Κατά τα άλλα, είναι υποσυλλογή μετατροπής βομβών και διαθέτει απάρτιο GPS/INS για καθοδήγηση μεσοπορείας.

Το αεροδυναμικό τμήμα παρουσιάζει μεγάλες διαφορές μεταξύ των εκδόσεων των 2.000 και των 1.000 λιβρών και δεν υπάρχει καμία εναλλαξιμότητα μεταξύ των δύο υποσυλλογών SPICE-1000 και  SPICE-2000. Είναι δεδομένη η χρήση των δύο εκδόσεων για βόμβες γενικής χρήσης Mk83/ Mk84  αντίστοιχα, και δηλωμένα η ΠΑ τις ζήτησε για αυτήν ακριβώς την εφαρμογή.

Είναι σε ελάχιστους γνωστό ότι το SPICE-2000 μπορεί να τοποθετηθεί και επί διατρητικής βόμβας BLU-109, αν και η διαφορά με την έκδοση που φέρεται επί Mk84 ίσως να είναι σημαντική και η εναλλαξιμότητα υποσυλλογών εδώ παραμένει αμφίβολη.

Επίσης, αν και δεν έχει ανακοινωθεί, είναι πιθανότατο η SPICE-1000 να μπορεί να τοποθετηθεί στην ισραηλινή διατρητική βόμβα ΡΒ-500 της ΙΜΙ (ΡΒ-500:Penetration Bomb 500 kg) τάξης βάρους 1.000 λιβρών. Συνεπώς, η οικογένεια SPICE έχει 4 εναλλακτικές κεφαλές και προσφέρει την υψηλή ακρίβεια ενός ηλεκτροοπτικού όπλου, με αυξημένη εμβέλεια και μικρή έως μηδενική εξάρτηση για την τερματική της ακρίβεια από τη διαθεσιμότητα σήματος GPS, η οποία εξαρτάται από την καλή θέληση των ΗΠΑ.
Καθώς όμως η μεγάλη εμβέλεια του όπλου αξιοποιείται δυναμικά από την επιλογή βέλτιστης τροχιάς, γεγονός που μειώνει  και το φόρτο εργασίας του χειριστή, η αδυναμία χρήσης σήματος GPS υποβαθμίζει τελικά τα πλεονεκτήματα εμβέλειας.

Rampage

Μεταξύ των προγραμμάτων που πέρασε από τη Βουλή προς έγκριση, για την ενίσχυση της μαχητικής ισχύος της Ελλάδας σε κατευθυνόμενα όπλα ακριβείας για την προσβολή στόχων σε μεγάλες αποστάσεις ήταν και οι πύραυλοι αέρος – εδάφους Rampage. 

Ώς όπλο προέρχεται από τη ρουκέτα πυροβολικού που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος EXTRA (Extended Range Artillery) δηλαδή μια ρουκέτα πυροβολικού που μετατράπηκε σε αεροεκτοξευόμενο όπλο. 

Αφορμή για την ανάπτυξη του όπλου, στάθηκε η κατάρριψη ενός ισραηλινού F-16 από πύραυλο συστήματος ΑΑ τύπου S-200 της αεράμυνας της Συρίας τον Φεβρουάριο του 2018. Έτσι IAI MLM και IMI Rocket Systems Division αρχικά και η Elbit πλέον προσφέρουν το νέο πυραυλικό σύστημα που έχει την ικανότητα να βάλλεται από διάφορες πλατφόρμες.

Πρόκειται για πύραυλο χαμηλού κόστους (για αυτό και πολλές πηγές επιμένουν να το κατατάσσουν στην κατηγορία των ρουκετών) με συστήματα καθοδήγησης INS (IMU – Inertial Measurement Unit) τεχνολογίας μικροηλεκτρομηχανικής (MEMS – Micrto Electro Mechanical Systems) και GPS με ενσωματωμένο σύστημα ADA εναντίον παρεμβολών. 

Η ρουκέτα αυτή μπορεί να εκτοξευτεί από διάφορους εκτοξευτές, έχει πλήρες βάρος 570 κιλών, μήκος 4,7μ., διάμετρο 306χλστ., έχει ακτίνα 150 χιλιομέτρων, πολεμική κεφαλή βάρους 120 κιλών και ακρίβεια προσβολής (CEP) 10 μέτρων με ταχύτητα προσβολής στόχων με ταχύτητες των 1-2μαχ

Η βασική φιλοσοφία επιχειρησιακής χρήσης του Rampage είναι καταστροφή της αεράμυνας ή στόχων του εχθρού, με τα μαχητικά που το εξαπολύουν να παραμένουν εκτός της ακτίνας των αντιαεροπορικών του πυραύλων. 

Πριν από την άφεση του Rampage, ο χειριστής του μαχητικού που το μεταφέρει, διοχετεύει τις συντεταγμένες του στόχου από τον υπολογιστή αποστολής, στο σύστημα καθοδήγησης του. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ΙΤΑ (Initial Transfer Alignment) και απαιτεί ελάχιστο χρόνο, συνήθως μικρότερο το ενός λεπτού. 

Αμέσως μετά την άφεση, ή την εκτόξευσή του από το μαχητικό, το Rampage που ανήκει στα όπλα φιλοσοφίας fire & forget, κατευθύνεται προς το στόχο. 

Επιπλέον το βάρος και η ευκολία διασύνδεσης επιτρέπουν την πολλαπλή μεταφορά πυραύλων και την βολή ακόμα και σε ομοβροντίες.

Η τροχιά του πυραύλου διαμορφώνεται ανάλογα με τη γωνία και την ταχύτητα με την οποία θα πλήξει το στόχο.

Επειδή δεν είναι βαλλιστικός πύραυλος και άρα η τροχιά του δεν είναι παραβολική, είναι δύσκολο, σε συνδυασμό με την υπερηχητική ταχύτητα πτήσης του, να εγκλωβιστεί και να καταστραφεί στον αέρα. Ακόμη και από σύγχρονα αντιπυραυλικά συστήματα όπως οι S-400 που έχουν σε υπηρεσία οι Τούρκοι. 

Το Rampage έχει σχεδιαστεί για την καταστροφή σταθερών στόχων όπως εγκαταστάσεων αεροπορικών βάσεων (πύργος ελέγχου, καταφύγια αεροσκαφών και κέντρα επιχειρήσεων πολεμικών μοιρών), αποθηκών πυρομαχικών, αντιαεροπορικών συστοιχιών, κέντρων επικοινωνιών, μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος κ.ο.κ.

Τα όπλα AASM και PGM

Το γαλλικό AASM της Sagem (σήμερα Safran) ίσως να απέχει λίγο χρονικά, τόσο σε εκδόσεις των 2.000 λιβρών όσο και σε εκδόσεις με ηλεκτροοπτικό ή θερμικό τερματικό αισθητήρα, αλλά το αγγλοϊταλικό  PGM και το επίσης ισραηλινό Opher μπορούσαν να εξεταστούν διαγωνιστικά.

Το δεύτερο παράγεται από την Elbit και αποτελείται από το ευρύτερο σύστημα μετατροπής και καθοδήγησης βόμβας Wizzard, το οποίο συνδυάζεται είτε με αισθητήρα λέιζερ, δίνοντας τις διάφορες γενιές του όπλου Lizard, είτε με αισθητήρα υπέρυθρου, δίνοντας το όπλο Opher.

Το σύστημα θεωρείται συμβατό με βόμβες γενικής χρήσης 500, 1.000 και ίσως και 2.000 λιβρών (Mk-82/83/84) και η Ιταλία χρησιμοποιεί την έκδοση για όπλα Mk82.

Η πιθανότητα ανυπαρξίας έκδοσης για όπλα 2.000 λιβρών και η σχετικά  μικρή εμβέλεια των περίπου 10 χλμ. που δίνουν διεθνείς εκδόσεις το καθιστούν πιθανώς ανεπαρκές, αν και το τελευταίο διορθώνεται με υποσυλλογές ανεμοπορίας.

Αντίθετα, η μη ύπαρξη υποσυλλογών Wizzard με τηλεοπτική καθοδήγηση φαίνεται, κατά τα προαναφερθέντα, να είναι κάκιστη αιτιολόγηση, αφού ούτε η SPICE έχει τέτοια δυνατότητα, παρά μόνο σε ειδικά μοντέλα που είναι άγνωστο αν έχουν αναπτυχθεί.

Το σύστημα AASM της γαλλικής Sagem σε πρώτη φάση αφορά κορμούς 250 χγρ. (500 λιβρών) μόνο και με καθοδήγηση GPS-INS, αλλά πλέον είναι έτοιμη η έκδοση με τερματική καθοδήγηση υπερύθρου απεικόνισης και εκ κατασκευής διαθέτει προβλέψεις για αντιμετώπιση «προβλημάτων διαθεσιμότητας GPS», ήτοι παρεμβολών ή επεμβάσεων του ιδιοκτήτη… Φέρεται δε ανά τριάδες σε ψηφιακές ράγες, επί ενός και μόνο πυλώνα (οι συμβατικές διαθέσιμες αμερικανικές ψηφιακές ράγες, όπως οι BRU-57, παίρνουν μέχρι 2 όπλα διασύνδεσης με αρτηρία 1760).

Το σύστημα είναι εξαρχής  συμβατό με Mirage-2000-5 Mk2, αλλά πιθανά πιστοποιήσιμο και σε άλλους τύπους.

Περισσότερο ενδιαφέρον είναι το σύστημα PGM της MDDA που απέκτησαν τα ΗΑΕ για F-16 Block 60 και Mirage-2000-9 και έχει εμβέλεια περί τα 50 χλμ. από μεγάλο ύψος.

Χρησιμοποιεί πυραυλοκινητήρα/-ες και διατίθεται επί του παρόντος σε εκδόσεις με καθοδήγηση ηλεκτροοπτική, λέιζερ, GPS-INS ενώ ετοιμάζονται και εκδόσεις με αισθητήρα απεικόνισης υπέρυθρου, αντιραντάρ και ενεργού ραντάρ χιλιοστομετρικού μήκους κύματος.
Υπάρχουν μοντέλα για βόμβες 500 λιβρών Mk82 και 2.000 λιβρών (τόσο Mk84 γενικής χρήσης όσο και διατρητικές, BLU-109).

Η επιλογή οικογένειας όπλων ΗΟ καθοδήγησης με μέλος των 500 λιβρών θα ήταν μάλλον ευεξήγητη, καθώς τέτοιες εκδόσεις επιτρέπουν περισσότερα όπλα ανά έξοδο και ενέχουν λιγότερες παράπλευρες απώλειες, σε σχέση με τα ενδιάμεσα όπλα των 1.000 λιβρών που τελικά προτιμήθηκαν.
Είναι περίεργο το γιατί η ΠΑ εμμένει σε όπλα ΗΟ καθοδήγησης των 1.000 λιβρών, ενώ στην καθοδήγηση λέιζερ φανερά ακολουθεί την αντίθετη οδό και αποκτά  νέες υποσυλλογές όχι για όπλα 1.000 λιβρών (EGBU-16) αλλά για όπλα των 500 λιβρών (EGBU-12).

Όπλα καθοδήγησης λέιζερ

Ό ταν επελέγη το F-16 για το πρόγραμμα PX III, η αμερικανική κυβέρνηση δημιουργούσε προσκόμματα στον εξοπλισμό του. Ευτυχώς, με την κυβερνητική αλλαγή στις ΗΠΑ και για άλλους λόγους τελικά αποδεσμεύτηκε για τα αεροσκάφη εκείνα η οικογένεια Paveway III.

Η επιλογή της εξαγωγικής έκδοσης της υποσυλλογής GBU-24A ως βασικού φορέα για τις BLU-109 για τα αεροσκάφη  PX III και IVήταν απολύτως ορθή, καθώς τέτοια όπλα απαιτούν απόλυτη ακρίβεια στην καθοδήγηση και ακόμη έλεγχο της γωνίας πρόσκρουσης. Ιδίως το πρώτο δεν εξασφαλίζεται με καθοδήγηση GPS-INS.

Επιπλέον, καθώς πρόκειται για όπλο κατεξοχήν καταστροφής δομών διοίκησης και ελέγχου, ήτοι πρώτου πλήγματος, θεωρείται δεδομένο ότι κατά τη χρήση του η εχθρική αεράμυνα θα είναι ενεργή.
Επομένως, η χαμηλή άφεση από σημαντική απόσταση, που θέτει το αεροσκάφος εκτός βολής συστημάτων Rapier, Stinger και ΑΑ πυροβόλων είναι ζωτική.

Το ίδιο και οι αυξημένες ικανότητες του αισθητήρα, ώστε να αντιδρά σε μικρό χρόνο σε βολές LOAL. Όλα αυτά δικαιολογούν απόλυτα την τεράστια διαφορά τιμής από τις αντίστοιχες συλλογές Paveway II (GBU-10).

Η χρήση του όπλου είναι ιδανική σε συνδυασμό με τα AAQ-14 LANTIRN, αλλά μπορεί να βληθεί και από αεροσκάφη F-4Ε PI2000, πιθανώς δε και από F-16 PXI (Block 30), ενώ μπορεί να συνεργαστεί και με τα Litening, αλλά σε λιγότερο απαιτητικά σενάρια.

Σε ορισμένες εκθέσεις έχει εμφανιστεί ως οπλισμός Mirage-2000-5 Mk2, αλλά είναι άγνωστο αν τα ελληνικά του τύπου έχουν πιστοποιηθεί στη χρήση της. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διστατικές εμπλοκές, με ένα αεροσκάφος να ρίχνει το όπλο και ένα άλλο (ή ένα ελικόπτερο, ή καταδείκτης εδάφους, ή UAV) να αναλαμβάνει τον  καταυγασμό του στόχου.

Γενικώς, σε διστατικές εμπλοκές προτιμάται ως ασφαλέστερη η διαδικασία LOBL, αλλά το ευρύ πεδίο όρασης και η ταχύτητα αντίδρασης του αισθητήρα του συγκεκριμένου μοντέλου επιτρέπουν και LOAL.

Είναι εφικτή η αναβάθμιση των ελληνικών Paveway III, με προσθήκη απάρτιου GPS-INS σε Enhanced Paveway ΙΙΙ, αλλά με δεδομένη την σχεδόν απόλυτη ακρίβεια που απαιτούν οι διατρητικές βόμβες και την πιθανότητα κατάργησης, παρεμβολής ή υποβάθμισης του σήματος GPS από τις ΗΠΑ είναι αμφίβολο αν κάτι τέτοιο πραγματικά χρειάζεται για όπλα που ίσως χρησιμοποιούν χωρίς αμερικάνικη έγκριση.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ