Μία απίστευτη υπόθεση σεξουαλικής εξαπάτησης στη Βρετανία, δείχνει ότι ο κόσμος δεν πάει καθόλου καλά και από την πλευρά αυτών που παραπλανούν και από την πλευρά αυτών που παραπλανιούνται.

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2013 στο Τσέσαϊρ, όταν μια 23χρονη γυναίκα – που αναφέρεται με το ψευδώνυμο Chloe – ανακάλυψε ότι ο σύντροφός της, με τον οποίο πίστευε ότι είχε σχέση επί δύο χρόνια, δεν υπήρχε!

Η αποκάλυψη έγινε τη στιγμή που η Chloe έβγαλε το μαντήλι που, όπως της είχε ζητηθεί, φορούσε πάντα κατά τη διάρκεια της ερωτικής επαφής.

Μπροστά της δεν βρισκόταν ο άνδρας με το όνομα Kye, αλλά μια στενή της φίλη, η Gayle.

Σύμφωνα με την υπόθεση που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, η Gayle είχε δημιουργήσει το ψεύτικο προφίλ του Kye στο Facebook, πραγματοποιούσε τις τηλεφωνικές κλήσεις και ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί σοβαρό ατύχημα που τον είχε παραμορφώσει, γεγονός που εξηγούσε γιατί δεν μπορούσαν να συναντηθούν – ή μπορούσαν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Chloe θα φορούσε παχύ μαντήλι στα μάτια.

Η Chloe περίμενε σε ξενοδοχεία ή στο διαμέρισμά της, στέλνοντας μήνυμα ότι ήταν «έτοιμη».

Στις πρώτες περίπου δέκα συναντήσεις, όπως κατατέθηκε, υπήρξαν φιλιά και στη συνέχεια σεξουαλική επαφή.

Όταν η Chloe αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, φέρεται να έσπρωξε τη Gayle στις σκάλες, σε περιστατικό που καταγράφηκε από κάμερα ασφαλείας. Λίγες ημέρες αργότερα, κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία.

Η Gayle, ωστόσο, έδωσε διαφορετική εκδοχή: υποστήριξε ότι ο Kye ήταν κοινή φαντασίωση μέσω της οποίας δύο νέες γυναίκες εξερευνούσαν τη σεξουαλικότητά τους και ότι η αντίδραση της Chloe οφειλόταν σε εσωτερικευμένη ομοφοβία.

Η υπόθεση οδηγήθηκε σε δίκη το 2015 και κατέληξε με την καταδίκη της Gayle Newland σε οκτώ χρόνια κάθειρξης για σεξουαλική επίθεση μέσω διείσδυσης.

Το 2017 άσκησε έφεση, επαναδικάστηκε και έλαβε παρόμοια ποινή.

Η υπόθεση αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης από τη συγγραφέα Izabella Scott, η οποία αφιέρωσε σε αυτήν το βιβλίο της «The Bed Trick».

Ο τίτλος παραπέμπει σε αφηγηματικό μοτίβο που συναντάται στα έργα του Σαίξπηρ, όπου δύο πρόσωπα ανταλλάσσουν θέσεις στο σκοτάδι.

Όπως επισημαίνει, το μοτίβο αυτό χρησιμοποιούνταν συχνά για κωμικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα αντανακλούσε έναν υπαρκτό κοινωνικό φόβο γύρω από την ταυτότητα και την εξαπάτηση.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της βρετανικής εισαγγελίας, η συναίνεση στη σεξουαλική πράξη είναι απλή έννοια:

εάν κάποιος αρνηθεί, δεν πρέπει να προχωρήσεις. Στην υπόθεση αυτή, η Chloe είχε πει «ναι», όμως η δικαιοσύνη έκρινε ότι η εξαπάτηση ως προς την ταυτότητα και το φύλο του συντρόφου ακύρωνε νομικά τη συναίνεση.

Η υπόθεση προκάλεσε δημόσια συζήτηση για το αν και άλλες μορφές ψεύδους – όπως η ηλικία ή το εισόδημα – θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της συναίνεσης.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δικηγόροι έθεσαν ερωτήματα για το πώς η Chloe δεν αντιλήφθηκε τη χρήση ερωτικού βοηθήματος.

Η ίδια απάντησε ότι ήταν ιδιαίτερα ρεαλιστικό. Σχετικά με το ότι δεν αντιλήφθηκε το σώμα της Gayle, ειπώθηκε ότι εκείνη είχε δέσει το στήθος της με μαγιό.

Οι δικηγόροι ανέφεραν επίσης τηλεφωνικά αρχεία που έδειχναν ότι η Chloe τηλεφωνούσε στον Kye και στη συνέχεια στη Gayle. Η Chloe απάντησε ότι της είχε ειπωθεί πως οι δύο ήταν παιδικοί φίλοι με παρόμοια προφορά.

Η υπόθεση θεωρήθηκε χαρακτηριστικό παράδειγμα «catfishing», δηλαδή εξαπάτησης μέσω ψευδούς διαδικτυακής ταυτότητας, φαινόμενο που γνώρισε έξαρση τη δεκαετία του 2010.

Η Chloe δήλωσε ότι δεν αμφισβήτησε ποτέ την ιστορία για την παραμόρφωση, επειδή – όπως είπε – «ήμουν τόσο απελπισμένη να αγαπηθώ».

Κατά την έφεση αποκαλύφθηκε ότι η Gayle αντιμετώπιζε δυσφορία φύλου (gender dysphoria). Η Scott εξετάζει με προσοχή το ενδεχόμενο να ήταν τρανς και θέτει το ερώτημα αν, σε μια τέτοια περίπτωση, η συναίνεση της Chloe θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη.

Στο βιβλίο αναφέρεται επίσης ότι η Gayle είχε δημιουργήσει το προφίλ του Kye και για άλλες γυναίκες, χωρίς όμως να τις συναντήσει, καθώς και ότι είχε προηγούμενη καταδίκη για απάτη εις βάρος εταιρείας μάρκετινγκ.

Η συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι και η Chloe είχε στοιχεία στο παρελθόν της που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν λόγω ανωνυμίας, αλλά τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, δεν ήταν αρκετά για να μεταβάλουν την κρίση των ενόρκων.

Η υπόθεση παραμένει μία από τις πιο σύνθετες νομικά και ηθικά υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας στη Βρετανία, θέτοντας ερωτήματα για τα όρια της ταυτότητας, της εξαπάτησης και της συναίνεσης στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο.

Πάντως τα πράγματα οδεύουν σε επικίνδυνες ατραπούς.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ